Loading...

Σύλλογος "Ο ΜΑΡΣΥΑΣ"

Ο ΜΑΡΣΥΑΣ ΤΗΣ ΠΑΤΡΑΣ

Περίφημος μουσικός, δεινός αυλητής 

     Περίφημος μουσικός από τη Φρυγία. Αρχικά ήταν μάλλον ποτάμιος θεός. Μνημονεύεται σαν παιδί του Ολύμπου, του Υάγνιδος  ή του Οιάγρου. Συνδέεται στενά με τη μουσική, είχε τη φήμη δεινού αυλητή και εφευρέτη του «μητρώου αυλήματος» και αναφέρεται σαν δάσκαλος του Ολύμπου στην αυλητική τέχνη. Κατά τον Ξενοφώντα διαγωνίστηκε με τον Απόλλωνα «περί σοφίας», χαρακτηριζόταν για τη σύνεση και τη σωφροσύνη του και γιαυτό και φίλος της Κυβέλης.

Ο σημαντικότερος μύθος είναι εκείνος της μουσικής έριδας με τον Απόλλωνα. Ο  Μαρσύας έπαιζε τον διπλό αυλό και καυχήθηκε πως υπερτερούσε του Απόλλωνα στη λύρα ή την κιθάρα και προκάλεσε το θεό σε αγώνα. Διαιτητές ορίστηκαν οι μούσες, ο λαός της Νύσης, το όρος Τμώλος και ο βασιλιάς της Φρυγίας Μίδας. Ο Απόλλων νίκησε την «κιθάραν στρέψας» πράγμα που δεν μπορούσε να κάνει ο Μαρσύας με τους αυλούς. Κατά τον Διόδωρο το Σικελιώτη, ο θεός νίκησε επειδή τραγούδησε με τη συνοδεία λύρας, ενώ ο Μαρσύας αδυνατούσε να κάνει το ίδιο με τον αυλό. Η προσυμφωνημένη τιμωρία ήταν τρομερή. Ο Μαρσύας γδάρθηκε ζωντανός, κρεμασμένος από δένδρο και από το δέρμα του κατασκευάστηκε ασκός.

Άλλος μύθος αναφέρει πως η Αθηνά πέταξε τους αυλούς που αυτή πρώτη χρησιμοποίησε γιατί τις παραμόρφωναν το πρόσωπο και καταράστηκε όποιον τολμούσε να τους πάρει. Ο Μαρσύας τους βρήκε και τους πήρε, αγνοώντας την απειλή.

Ο μύθος ήταν αρκετά αρεστός στους καλλιτέχνες, ιδίως στους γλύπτες, οι οποίοι απεικόνιζαν διάφορες σκηνές, για την ανεύρεση και κατοχή από το Μαρσύα των αυλών.

  Το 1874 κατά τη διάρκεια ανασκαφών για την κατασκευή της δεξαμενής κάτω από το φρούριο της Πάτρας βρέθηκε χάλκινο άγαλμα του Μαρσύα. Λαθεμένα αναφέρεται πως βρέθηκε στο λιμάνι της Πάτρας. Τα άγαλμα έχει ύψος 74 εκ. (87 εκ. με τη βάση του).

Αναφέρει ο Παπαχατζής «Από τα γένεια και την κόμη …και από την εκπληκτική απόδοση του σώματος, ο Μαρσύας της Πάτρας φαίνεται πως ανήκει στα πιο περιζήτητα πρώιμα αντίγραφα του έργου. Είναι έργο σπουδαίου δεξιοτέχνη του 4ου αιώνα π.Χ ή των πρώιμων ελληνιστικών χρόνων και είχε γίνει μόνος ή σε συνδυασμό με την Αθηνά και τους αυλούς. Ο Μαρσύας παριστάνεται τη στιγμή που έτρεξε ν’ αρπάξει τους αυλούς, ξαφνικά όμως βρέθηκε αντιμέτωπος με την Αθηνά, η οποία τούς είχε πετάξει και η οποία επιθυμούσε να μην τούς πάρει κανείς ∙ στο αντίκρισμα της θεάς και ενώ άπλωσε το δεξί χέρι να πάρει τους αυλούς, (ο Μαρσύας) έφερε το σώμα του πίσω χωρίς όμως να αποσύρει και το δεξί πόδι προς τα πίσω…»

Κατά τον Τριανταφύλλου  ο Δήμαρχος Γ. Ρούφος δεν το παρέδωσε στο διάδοχό του  Π. Καλαμογδάρτη και γιαυτό το λόγο ζητήθηκε να μηνυθεί. Το άγαλμα εφυγαδεύθει μαζί με ένα άλλο που βρέθηκε στα θεμέλια του ναού της Παντάνασσας και παρίστανε αθλητή.

Κατά τον Θωμόπουλο είναι το σημαντικότερο αρχαίο πατραϊκό άγαλμα. Πριν την εύρεση του εφήβου των Αντικηθύρων υπήρξε μοναδικό σε όλο τον κόσμο. Ο ίδιος αναφέρει πως είναι τεράστιες οι ευθύνες, κυρίως των προϊσταμένων των αρμοδίων κρατικών υπηρεσιών της Πάτρας και της Αθήνας, που ασφαλώς συνέβαλαν αποφασιστικά στη φυγάδευση του αγάλματος στο εξωτερικό, προφανώς ύστερα από αδρή χρηματική αμοιβή τους.

Ο Μαρσύας αποτελεί σήμερα ένα από τα πολυτιμότερα  εκθέματα του Βρετανικού Μουσείου του Λονδίνου και θεωρείται από τους αρχαιολόγους ανεκτίμητης αξίας. «Σύμφωνα άλλωστε με τον A.S. Maurry, που τον περιγράφει στην Gazette Archeologique (1879 σ.248-249), αποτελεί ένα από τα πιο πολύτιμα στολίδια του βρετανικού μουσείου, τραβά δε την προσοχή των ερευνητών της ιστορίας της τέχνης περισσότερο από κάθε άλλο μνημείο της αρχαιότητας που υπάρχει μέσα στο μουσείο αυτό’

 Θεωρείται αντίγραφο του έργου του Μύρωνα και έχει μεγάλη ομοιότητα με άγαλμα του Μαρσύα που εκτίθεται στο Μουσείο Λατερανό της Ρώμης.

Η χρονολογία κατασκευής του ορίζεται μεταξύ του 460 και του 300 π.Χ.

Ο πατραϊκός Μαρσύας  έχει πυκνά και σκληρά μαλλιά, του λείπει το μεγάλο δάκτυλο του αριστερού ποδιού, το πρώτο τμήμα του δείκτη του αριστερού χεριού και η ουρά, κομμένη από τη ρίζα της. Λείπουν επίσης και οι  κόρες των ματιών του που ήταν κατασκευασμένες από άλλη ύλη και έχει δυο ρήγματα στο κάτω μέρος του δεξιού μηρού και στο δεξιό βραχίονα.

Η σύνδεση του Μαρσύα με την Πάτρα και το θεό Διόνυσο

Κατά μια έκφανση της μυθολογίας ο θεός Διόνυσος μεγάλωσε στη Μεσάτιδα και μάλιστα κινδύνευσε από τους Πάνας. Ο βασιλιάς της Θεσσαλίας Ευρύπυλος υπακούοντας σε χρησμό του μαντείου των Δελφών, ήρθε στην Αρόη μεταφέροντας άγαλμα (έργο του Ηφαίστου) του θεού Διονύσου. Την ώρα εκείνη γινόταν ανθρωποθυσία στην Αρόη. Όμως ο Ευρύπυλος που ήταν άρρωστος θεραπεύτηκε και θεωρώντας ότι ο χρησμός επαληθεύτηκε σταμάτησε την ανθρωποθυσία.

Μετά από αυτό ο Διόνυσος καθιερώθηκε σαν τοπικός θεός στον οποίο και δόθηκε το προσωνύμιο Αισύμνητος (θεός ηγεμόνας). Έξω από την τότε αγορά υπήρχε ιερό του Διονύσου του ονομαζόμενου Καλυδωνίου. Επίσης στο θέατρο υπήρχαν τρία αγάλματα του τα οποία κάθε χρόνο στη γιορτή του τα μετέφεραν στο ναό του Αισυμνήτου.. Ο ναός βρισκόταν μεταξύ  της οδού της Αγοράς και της θάλασσας περίπου εκεί που βρισκόταν το γαλλικό προξενείο επί Τουρκοκρατίας. Οι κάτοικοι της Πάτρας μυήθηκαν έτσι στα Διονυσιακά μυστήρια. Με αυτόν τον τρόπο ο Ν. Παπαχατζής συνδέει τον Μαρσύα της Πάτρας με τη λατρεία του Διονύσου και το ναό.

Επίσης στα ψηλαλώνια βρέθηκε Διόνυσος με δορά  πάνθηρα και παραστάσεις βακχικού τύπου σε σαρκοφάγους. Ο Διόνυσος εμφανίζεται και σε αυτοκρατορικά  νομίσματα της Πάτρας.

Το ιερό του Διονύσου έβλεπε το Ωδείο. ‘Ήταν κοντά στο θέατρο όπως συνηθιζόταν στις ελληνικές πόλεις.

Ο Ι.Α. Παπαποστόλου θεωρεί πως η θέση του ιερού του Διονύσου πρέπει να αναζητηθεί στη σημερινή κατηφόρα της οδού Αγίου Γεωργίου στο ύψος που συναντά την Φιλοποίμενος. Εκεί εξάλλου βρέθηκαν και τρία κορινθιακά κιονόκρανα.

Από την περιγραφή που κάνει ο Παυσανίας διαφαίνεται το πόσο σημαντική ήταν η λατρεία του Διονύσου για τη θρησκευτική ζωή των Πατρινών. Θεωρούσαν πως είναι προστάτης της αμπέλου και της δενδροκομίας. Ένα από τα αγάλματα των ακολούθων του ήταν και ο Μαρσύας.

Όπως επίσης αναφέρει ο Παπαχατζής «Στο έργο αναγνωρίζεται η μεγάλη αγάπη του Μύρωνα στην απόδοση «στιγμιαίων» κινήσεων…για τη στάση του Μαρσύα που αποδίδεται αριστοτεχνικότερα στο Πατρινό αντίγραφο παρά στα άλλα, υπόθεσαν πως ο Μύρων είχε στο νου του την εικόνα του ανθρώπου που βαβίζοντας βλέπει ξαφνικά μπροστά του φίδι και τραβιέται απότομα πίσω…Ο Παυσανίας    εξήγησε την κίνηση … ως οφειλόμενο σε χτύπημα της Αθηνάς. Ο Πλίνιος αντίθετα στη στάση του Μαρσύα  ξεχωρίζει μόνο το θαυμασμό του προς το μουσικό όργανο που σε λίγο θα γίνει δικό του.. Ο Μαρσύας της Πάτρας μπορούσε να είναι πολύτιμο ανάθημα (αντικείμενο που αφιερώνεται σε ναό ως ένδειξη ευγνωμοσύνης) σε ένα από τα ιερά του Διόνυσου (του καλυδώνιου Διόνυσου ή μάλλον στο ιερό του Αισυμνήτη Διόνυσου, όπου μεταφέρονταν στη διονυσιακή γιορτή και τα τρία αγάλματα του Διόνυσου ∙ κάθε επιμέρους άγαλμα του θεού από τα τρία αντιστοιχούσε σε καθένα από τους τρεις δήμους που αποτελούσαν κατά την αρχαιότητα τις Πάτρες (δήμος Ανθείας – Διόνυσος ο Ανθέας (-ευς), δήμος Μεσάτιδος – Διόνυσος ο Μεσατεύς, δήμος Αρόης – Διόνυσος ο Αροεύς)». (αναφορές Γιάννη Γ. Δημογιάννη)

Ο μύθος του Μαρσύα, αν και θεωρήθηκε ως πάλη και νίκη (επικράτηση) της κιθάρας έναντι του φρυγίου αυλού και κατ΄ επέκταση της δωρικής ελληνικής μουσικής, έναντι της φρυγικής, δεν έπαψε και να θεωρείται ότι συμβολίζει την πάλη ανάμεσα στην Απολλώνεια και  Διονυσιακή πλευρά της ανθρώπινης φύσης και είναι ένα συνηθισμένο θέμα στην Αρχαία ΕλληνικήΡωμαϊκή και Αναγεννησιακή τέχνη. 

Η σύνδεση του Μαρσύα με τη σημερινή Πάτρα

   Φαίνεται πως το 19ο αιώνα όλα τούτα ήταν γνωστά και έτσι ίσως μπορεί να εξηγηθεί η  αγορά και τοποθέτηση δύο πανάκριβων για την εποχή και τις δυνατότητες του Δήμου σιντριβανιών (αναβρυτήρια), τα οποία  παραγγέλθηκαν στη Γαλλία και τοποθετήθηκαν σε περίοπτη θέση στην πλατεία Γεωργίου του Α΄(τότε Καλαμογδάρτη).

    Κατά τον ιστορικό Π. Χιώτη (1884) που τα περιγράφει σαν αριστουργήματα, πρόκειται για ορειχάλκινες παραστάσεις όμοιες μεταξύ τους εκτός από τα αγάλματα της κορυφής. Στη βάση τέσσερα κεφαλές λιονταριών από τις οποίες τρέχει άφθονο νερό βρίσκονται μέσα σε μια λεκάνη ενώ το νερό ρέει σε δυο επίπεδα. Το όλο σύστημα υποβαστάζεται από οκτάγωνη βάση που φέρει τέσσερα μυθολογικά λιοντάρια πτερωτά από το στόμα των οποίων τρέχει νερό με ορμή. Το ένα αναβρυτήριο έχει στην κορυφή του αυλητή, την ώρα που παίζει τον αυλό, που κατά το Χιώτη είναι ο Μαρσύας και έχει ύψος 4,5 μέτρα, ενώ το άλλο με ύψος 5 μ.  έχει στην κορυφή υδροχόο νύμφη που ακούει τον αυλό του Μαρσύα.

 Ο Μαρσύας παρακολουθεί καθημερινά τη ζωή της πόλης της Πάτρας 

    Με τον τρόπο αυτό ο Μαρσύας συνεχίζει να παραμένει άρρηκτα δεμένος με την Πάτρα και τους πατρινούς. Τους παρατηρεί από εκεί ψηλά, από το πιο πολυσύχναστο σημείο της πόλης εδώ και 138 χρόνια, από το 1874, διασκεδάζοντάς τους συγχρόνως με τον αυλό του. Όπως αναφέρει ο Τριανταφύλλου παρόμοια σιντριβάνια, γαλλικής εταιρίας, βρίσκονται σε αρκετές πόλεις, μεταξύ αυτών το Εδιμβούργο και το Λος Αντζελες.

Μαρσύας: Μόνο ο έφηβος των Αντικυθήρων

μπορεί να συγκριθεί μαζί του.

Οι μύθοι του Μαρσύα ήταν πολύ διαδεδομένοι σε όλον το γνωστό τότε κόσμο και γι αυτό, όλα σχεδόν τα Μουσεία του κόσμου, διαθέτουν είτε αγάλματα είτε μαρμάρινες πλάκες είτε αγγεία κλπ με παραστάσεις από τους διάφορους μύθους με διαφορετική προσέγγιση του μύθου αλλά δυστυχως για το Μαρσύα με το ίδιο πάντα τέλος. Το μαρτυρικό θάνατό του εξαιτίας της ύβρις που υπέπεσε να τα βάλει δηλαδή με το θεό Απόλλωνα. Πάντως θεωρείται πως ο Μαρσύας των Πατρών είναι ένα από τα καλύτερα έργα παγκοσμίως εκείνης της εποχής. Μόνο ο έφηβος των αντικυθήρων μπορεί να συγκριθεί μαζί του. Στη συγκεκριμένη παράσταση μουσικός διαγωνισμός του Απόλλωνα με τον Σιληνό Μαρσύα. Ανάμεσά τους στέκεται ο Σκύθης με μαχαίρι για την εκδορά του ηττημένου Μαρσύα. Μαρμάρινη βάση από τη Μαντίνεια για σύμπλεγμα του Πραξιτέλη, περ. 330 π.Χ. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο (φωτ.: Γ. Φαφαλής στο «Το Πνεύμα και το Σώμα», ΥΠΠΟ 1989). 

   Από τα ωραιότερα μεγάλα χυτά χάλκινα αγάλματα της ελληνιστικής εποχής. Ανασύρθηκε σε θραύσματα από ναυάγιο του 1ου αι. π.Χ. και έχει αποκατασταθεί σχεδόν ολόκληρο. Ο νεαρός άνδρας παριστάνεται όρθιος και γυμνός. Πατά σταθερά στο αριστερό σκέλος, ενώ το άνετο δεξί κινείται πίσω και πλάγια δημιουργώντας έντονη αντιθετική κίνηση στο σώμα (contraposto). Ο αριστερός βραχίονας κρέμεται χαλαρά στο πλάι.   Στο δεξί, υπερυψωμένο χέρι θα κρατούσε αντικείμενο, που δεν σώζεται σήμερα, κατά την πιθανότερη εκδοχή το μήλο της Έριδος, οπότε παριστάνεται ο Πάρις. Σύμφωνα με άλλες απόψεις, μπορεί να απεικονίζεται ο Περσέας, που θα κρατούσε το κεφάλι της Μέδουσας ή κάποιος αθλητής που θα κρατούσε σφαίρα. Η δομή της μορφής, η αρμονία της κίνησης και η απόδοση των μυών δείχνουν επιρροές από τον «κανόνα» του Πολύκλειτου, αν και εδώ το σώμα του νέου είναι πιο σφριγηλό και αθλητικό. Αποδίδεται σε πελοποννησιακό εργαστήριο και ίσως είναι έργο του γλύπτη Ευφράνορα, από τη Σικυώνα της Κορινθίας. 

Είναι ο πρώτος μουσικός αγώνας στην ιστορία. 

Απόλλων εναντίον Μαρσύα με θεατές και κριτές τις νύμφες

(Καλλιτέχνης Γιάννης Στεφανίδης) 

Ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει τον Απόλλωνα. Είναι ο καλύτερος μουσικός αφού και θεός της αρμονίας είναι. Να όμως που στη γη ένας κοινός θνητός διαλαλεί πως δεν υπάρχει καλύτερος μουσικός από αυτόν. Ζει στα παράλια της Μικράς Ασίας είναι διάσημος αυλητής και λέγεται Μαρσύας. Συμπτωματικά η Αθηνά θεωρώντας πως το φούσκωμα στα μάγουλά της για να παίξει τους αυλούς την ασχημαίνει τους πετά και το Μαρσύας εκμεταλλεύεται την ευκαιρία και τους αρπάζει. Τώρα κατέχοντας τους θεϊκούς αυλούς ο κομπασμός του δεν έχει όρια. Πιστεύει πως απέκτησε θεϊκή δύναμη και η μουσική του τέχνη είναι αξεπέραστη.. Ζητά να αγωνιστεί με το θεό Απόλλωνα. Ο θεός δέχεται. Το στοίχημα είναι, όποιος νικήσει να κάνει τον άλλο ότι θέλει. Είναι ο πρώτος μουσικός αγώνας στην ιστορία. Δεν είναι όμως ένας απλός αγώνας. Πρόκειται για τη σύγκρουση δυο κόσμων. Ποιος θα νικήσει;

«Ο Απόλλωνας είναι ο θεός της αρμονίας και, αδιαφιλονίκητα, ο καλύτερος μουσικός. Ωστόσο, κάτω στη γη, κάποιος θνητός κομπάζει ότι πιο σπουδαίος μουσικός από αυτόν δεν υπάρχει. Είναι ο Μαρσύας, διάσημος αυλητής, που ζει στα μικρασιατικά παράλια. Εντελώς αναπάντεχα, απόκτημά του γίνεται ο αυλός της θεάς Αθηνάς. Τώρα πια πιστεύει ότι η μουσική του τέχνη έχει και δύναμη θεϊκή. Νομίζει ότι μπορεί να συναγωνιστεί και τον ίδιο τον Απόλλωνα. Η ξιπασιά του αυτή θα προκαλέσει τον πρώτο μουσικό αγώνα.

          Αυτός δεν είναι ένας απλός αγώνας. Είναι και η αντιπαράθεση δύο μουσικών οργάνων, του αυλού και της λύρας. Είναι η σύγκρουση δύο κόσμων. Ποιος θα είναι ο νικητής; Ποιος ο ηττημένος;»

(Άννα Γκέρτζου-Σαρρή Εικονογράφηση:  Γιώργος  Σταθόπουλος

Μουσικοί στην Αρχαία Ελλάδα Κέρδος 2009;)  

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Μελέτες  και Άρθρα

(1920 – 1926)    

ΑΠΟΛΛΩΝ ΚΑΙ ΜΑΡΣΥΑΣ

Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ

ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ – ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΑΘΑΝΑΤΑ ΕΡΓΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

 ΑΠΟΛΛΩΝ ΚΑΙ ΜΑΡΣΥΑΣ

Α’ .            Την απολλώνεια χάρη που συνταιριάζει με την αρρενωπή μεγαλοπρέπεια με την λεπτή ευγένεια τη θηλυκή, μας την έδωκε ο Σκόπας, υποθέτω, αν παραμερίσουμε κάπως τον ύμνο τον ομηρικό στον Απόλλωνα, εκεί που η φεγγόβολη θριαμβευτική σταδιοδρομία του θεού μας δίνεται ακομμάτιαστη. Ο Απόλλων ο Μουσηγέτης, ο Απόλλων ο Κιθαρωδός. Οι γυμνοί καλλίνικοι σταυροκτόνοι των Πραξιτέληδων και των Μυρώνων εδώ την κρύβουν την πάγκαλη γύμνια τους μέσα σε άμφια αρχιερατικά. Η ευμορφιά τους μεταφέρεται σε κόσμους ψυχικούς. Μακροχίτωνας είναι ο μουσηγέτης και τα πλατιά πολύπτυχα φορέματά του σαλεύουν και φουντώνονται σαν κύματα. Δαφνοστέφανος τραγουδεί, και το τραγούδι του η κιθάρα το συνοδεύει. Ψηλά το κεφάλι του κρατεί, προς τον ουρανό κοιτάζει, ασάλευτη όμως πνοή τριγύρω του έτοιμη να τον τραβήξει ανάερα, μια πνοή ορχηστρική. Ο Θεός δεν περπατά· χορεύει. Χιλιάδες χρόνια προτήτερα, είναι ο πρόδρομος του Ζαρατούστρα. Μα πρωτ’ απ’ όλα είναι ο θεός του τραγουδιού στη μουσική και στην ποίηση, η θεία βρύση της αρμονίας. Ότι κι αν είναι, ποιητής ή εκδικητής, κι αν ιλαρός και αν τρομερός, τίποτε δε χάνει από τη γαληνή πλαστική ωραιότητα που του χάρισε ντύμα του και σφραγίδα του η καλλιτεχνική δημιουργία των άλλων. Είναι πάντα του Γρυπάρη ο ωραίος βοσκός που κ΄ εξόριστος, 

            Στα πλούσια Τέμπη, ανάμεσα στου Αδμήτου τα κοπάδια,

            βοσκός του Ολύμπου ο εξόριστος, μα όνειρα θεία κάνει,

            και τον αρχαίο στον ύπνο του σιγανακρούει παιάνα…..           

            Και όμως το παιάνισμα αυτό είναι παιάνισμα θεού:

 

            Τρόμο βαθύ σκορπούν του θείου σκοπού τα θεία τα μάγια. 

            Αγνάντια και αντίθετα προς τον από μάρμαρο συγκροτημένον αυτόν ίσκιο του τον στεφανώνει η λευκή αίγλη, στέκεται ανάερα κάποιο άλλο φάντασμα, ζοφερό πόσο! Το βλέπω, και αντιλαμβάνομαι το βαθυστόχαστο λόγο του Μπούρκαρτ, του ακουσμένου συγγραφέα μιας ιστορίας για τον ελληνικό πολιτισμό: «Δεν υπάρχει μυθολογία θλιβερότερη και για τούτο σκοτεινότερη από την ελληνική μυθολογία». Στον κορμό ενός δένδρου σφιχτοδεμένος κρεμασμένος παραδέρνει Ένας. Το κορμί του κουρέλι τεντώνεται, τινάζεται, διπλώνεται, βαθουλώνεται, βασανίζεται, αφανίζεται. Άνθρωπος; Κάτι άλλο. Καλά το είπαν πως το είδωλο αυτό φέρνει στην φαντασία μιαν εικόνα πολυλάτρευτη που ύστερ’ από δεκαοχτώ αιώνες θα την παραίσταιναν κάποιοι τεχνίτες ρεαλιστές, εικονογράφοι του βίαιου και του σφοδρού· την εικόνα του Εσταυρωμένου. Ο προχριστιανικός αυτός μεγαλομάρτυς είναι, απλούστατα, ο Σειληνός Μαρσύας. Τον έγδαρε, μας λέγουν, ο Φοίβος γιατί τόλμησε να μετρηθεί μαζί του στο τραγούδι. Γιατί είπε πως η φλογέρα του παίζει γλυκύτερα και καλύτερα, είναι θαύμα τελειότερο από την κιθάρα του Μουσηγέτη. Έτσι μαθαίνουμε το μύθο από το σχολείο, απλοποιημένο παιδιακίσια, αψυχολόγητα, αστόχαστα, φτωχεμένο, ασχημισμένο. Και φανταζόμαστε το φτωχό το Μαρσύα, σαν ένα ψωροπερήφανο, στενοκέφαλο, ασυλλόγιστο θνητό, άφρονα που τον έριξε όχι η μοίρα του, αλλά η ανοησία του να τα βάλει με θεό, και με ποιόν! Και τον καταφρονούμε σαν ένα πνευματικό Θερσίτη.

            Ο μύθος, καθώς κουτσουρεμένος μας παραδόθηκε, και σφαλερά μας εξηγήθηκε. Θεός είναι και ο Μαρσύας όσο στενότερος και αν είναι ο κύκλος της θεοσύνης του. Κάποιων γκρεμών το βάθος είναι σαν επιβλητικότερο από το ύψος των κορφών. Ο Μαρσύας ανήκει στο γένος των ρομαντικών Σατύρων που λέγονται Σειληνοί. Είναι τα πνεύματα τ’ αρσενικά των πηγών και των νερών. Είναι οι δαίμονες οι φρυγικοί, οι λυδικοί, που μας έρχονται από τα βάθη της Ασίας, τρεμοσαλεμένοι από τη φρίκη του υπάρχειν, ποτισμένοι ποιος ξέρει από ποια πεσσιμιστικά δόγματα βραχμάνων και φακίρηδων της απωτάτης Ανατολής. Σειληνός ήταν εκείνος που πιάστηκε κάποτε και δέθηκε από ένα βασιλιά και που μέσα σε χρησμούς μυστηριακούς δυσκολοξήγητους του αποκάλυψε το μυστικό της ανθρώπινης ζωής. Σειληνός κ’ εκείνος που ρωτήθηκε: - Ποια είναι η μεγαλύτερη ευτυχία στον άνθρωπο;- Και δεν ήθελε ν’ αποκριθεί, και σώπαινε, και αναγκασμένος επί τέλους αποκρίθηκε: - Η μεγαλύτερη ευτυχία είναι να μην έχει γεννηθεί. Ή, αφού γεννηθεί να πεθάνει το γρηγορότερο!

            Η συμφορά της ζωής η αγιάτρευτη θα πάγωνε μαζί και θα πύρωνε το τραγούδι του Μυρσύα. Αλλά του δόθηκε η χάρη που δε δόθηκε στους άλλους του τους αδελφούς και συντεχνίτες σάτυρους και σειλινούς. Ανάμεσα στους ταλαντούχους τραγουδιστές ήταν  η μεγάλη φλέβα της μουσικής, ήταν ο ποιητής, ο μεγαλοφυής, ο ασύγκριτος. Η φλογέρα που κελαïδούσε στο στόμα του θεόσδοτη. Την κιθάρα, μας λένε, τη χάρισε στον Απόλλωνα ο Ερμής. Ο αυλός του Μαρσύα ήταν ο αυλός της Αθηνάς. Ψέμα πως η Αθηνά αφού τον ετεχνούργησε, τον έριξε καταφρονητικά, γιατί φυσώντας, της ασχήμιζε το πρόσωπο. Η θεά της Σοφίας δε θα μπορούσεν έτσι να γελαστεί. Ο αυλός της όργανο εντελέστερα μαστορεμένο, εκφραστικότερος από την κιθάρα του Απόλλωνος. Τον έκαμε παρακινημένη από την ιερή ανατριχίλα που προξενούσε ο γοερός θρήνος δύο τεράτων, δύο Γοργόνων, της Ευρυάλης και της Σθενούς για το θάνατο της Μέδουσας της αδερφής τους που της είχε πάρει το κεφάλι ο Περσέας. Σαν ένας ποιητής σαιξπηρικός και ουγκικός, η Αθηνά σε μια στιγμή τρικυμισμένης ρομαντικής εμπνοής βάλθηκε να κλείσει στο νόημα της Τέχνης και μουσικά να ξαναδώσει με την επιβολή του ύψους τους φρικιαστικούς ολοφυρμούς των τεράτων. Κ’ έτσι έγινεν ο αυλός· ο Πίνδαρος μέσα στον ύμνο τον εξαίσιο – και τι δεν είν’ εξαίσιο του Πινδάρου;- που αφιερώνει σ’ ένα πυθιονίκη αυλητή, τη μελωδία που χύνεται από τη φλογέρα της Αθηνάς την ονομάζει «πάμφωνον μέλος», δηλονότι, ποίηση που μέσα της κρατεί τους ήχους όλους. Νόμο πολυκέφαλο την είπε, μας λέει ο Πίνδαρος, τη μουσική του αυλού της η Αθηνα· του αυλού της πλασμένου από τα καλάμια του τεμένους του Κηφισού που τα έκοψε στην πόλη των Χαρίτων. Τον εχάρισε των ανθρώπων για να συγκινεί και για να ζωντανεύει τους αγώνες των. Πουθενά δεν αναφέρει ο Πίνδαρος πως το πέταξε από τα χέρια της, μετανοιωμένη, το πλάσμα της η Αθηνά.

            Κ’ έτσι στα χώματα της Αττικής γεννήθηκε το όργανο που δεν έχει σχεδόν τίποτε κοινό με ότι ονομάζεται αττικισμός. Και μπορεί καθένας έτσι να φαντασθεί εύκολα τη γοητεία που θα έσπερνε στα φρένα των ανθρώπων κινημένος μέσα στα χέρια του Σειληνού Μαρσύα, ζωντανεμένος απάνου στα χείλη του που κι αυτά φιλημένα  τα είχαν οι Μούσες – γιατί και με τις Πιερίδες ήταν η φιλία του Μαρσύα στενή – ο θεοδώρητος αυλός. Και γι’ αυτό ίσα, ίσα, και άσχετα προς το τραγικό ευκολοεξήγητο, καθώς θα ιδούμε τέλος του, του δόθηκε υπέρτατη τιμή να μετρηθεί μια φλογέρα με τη λύρα  την Απολλώνεια, και να καταδεχτή ο θεός του φωτός να τον αναγνωρίσει συναγωνιστή του ένα σάτυρο. Η τέχνη, δύναμη και όταν πλάθεται και βρίσκεται σε ανθρώπους γυρτούς με την ταπεινοσύνη των αδυνάτων. Η τέχνη, χαρά και όταν μας ζωγραφίζει και μας τραγουδεί τα πιο άχαρα του βίου. Η τέχνη, πάντα του μεγαλόπνοου. Ο Μαρσύας φυσούσε τη φλογέρα του, καθώς ο Ορφέας έπαιζε τη λύρα του· από τη λύρα του Αμφίωνος υψώθηκε το κάστρο το Θηβαïκό. Και ο αυλός του Μαρσύα, καθώς ο Παυσανίας αναφέρει, λύτρωσε τους Φρύγες των Κελαινών από μια γαλακτική επιδρομή. Ο ένθεος Σειληνός τον έδιωξε, τον τσάκισε τον Γαλάτη, με τα ίδια τα νερά του ποταμού του –(γιατί και ως θεός ποταμίσιος έζησε, και πριν πεθάνει, και αφού τραγικά του καταλύθηκε η ζωή, ένα ποτάμι με τ’ όνομά του κύλισε από τα δάκρυα που χύθηκαν για το σκληρό του θάνατο), και με της φλογέρας του μαζί το λάλημα. Και το βαθύ νόημα του Μαρσύα στην ιστορία και στην εξέλιξη του ωραίου μας το παραδώσανε «κτήμα ες αεί» των αιώνων, δυο του ομόφυλοι. Ο Πλάτων στο «Συμπόσιο» με το όνομα του Αλκιβιάδη και ο Οσκάρ Ουάïλδ στο «Εκ βαθέων», το σπαραχτικό του αριστούργημα.

            Καθώς άλλοτε αξιώθηκα να το σημειώσω σ’ αυτήν εδώ τη στήλη, μιλώντας τον περασμένο Δεκέμβρη, για τον Αλκιβιάδη του Συμποσίου, ο χαριτόβριτος Αθηναίος για να δείξει την ελκυστική δύναμη του διδασκάλου του, ένα ταίρι που ηύρεν άξιο: το Μαρσύα. Σειλινό Μαρσύα τον ονομάζει, αυλητή γόη, με μόνη τη διαφορά πως ο Σωκράτης αντί να θέλγει τους ανθρώπους με τη φλογέρα του, τους εμάγευε χωρίς κανένα όργανο, με μόνα τα λόγια του: «ψιλοίς λόγοις». Ο βρετανός ποιητής που έζησεν Αλκιβιάδης και που Μαρσύας πέθανε, γδαρμένος από κάθε τιμή, μαρτυρικός και στα τέλη της ζωής του σταυρωμένος, πάντα συγχωρημένος, εξιλεωμένος από τη μουσική που φώλιαζε μέσα του, δεν ημπορούσε να μιλήσει, μια φορά που του ήρθε στην άκρη του κοντυλιού του το όνομα του ισόθεου αυλητή, παρά με σπαραχτικά στοχαστική συμπάθεια. Στο κοίταγμά του, ο Μαρσύας πλαταίνεται, βαθύνεται, υψώνεται, συμβολίζει την ποίηση των νέων καιρών, την ποίηση της απειρομέγεθης αρρωστημένης και βασανισμένης ρομαντικής ψυχής, αντίθετα προς την υγεία, καθώς μονόπλευρα κι αυτή μας εμφανίζεται, των Ελληνολατίνων, την ποίηση, που καθώς ο Ταίν τη χαρακτηρίζει στη «Φιλοσοφία του της Τέχνης» ποίηση λογοτεχνών και ποίηση ζωγράφων, που όλοι πάσχουν και πυρέσσουν, γίνεται από τα οράματα υπερκοπιασμένων ή ανισόρροπων. Και ονομάζει τον Άïνε, τον Ουγκώ, το Σέλλευ, τον Κητς, την Ελισάβετ Μπράουινγκ, τον Σόεμπορν, τον Πόε, τον Μπαλζάκ, τον Ντελακρουά, και πόσους άλλους. Μόνο για το Γκαίτε θεωρεί πως κρατήθηκε στην ισορροπία· μα το θαύμα αυτό, λέγει, το κατόρθωσε η σύνεσή του, η κανονική του ζωή, η αδιάλειπτη του εαυτού του επίβλεψη και κυβέρνηση. Βλέπει πολύ σωστά τον εαυτό του, ύστερ’ από το επεισόδιο που του έκαμε την ωραιολατρεία του να καταλήξει στην ατιμωτικότερη ποινή, Μαρσύα τον βλέπει, που όμως αυτός δεν μπορεί, και γδαρμένος έτσι, να σωπάσει. Και τότε με την ομολογία του πως η λύρα νίκησε τον αυλό και πως οι έλληνες μπορεί να λάθεψαν τιμωρώντας έτσι τον αυλητή παρατηρεί, με λόγια πόσο αξιοσπούδαστα : «Το σκούξιμο του Μαρσύα πάρα πολύ το ακούω στη σύγχρονη τέχνη». Το ακούει στο Μπωντελαίρ πικρό, γλυκό και παραπονετικό στο Λαμαρτίνο, μυστικόπαθο στον Βερλαίν. Το βρίσκει στην μουσική του Σοπέν. Στην ανησυχία που εκφράζουν τα πρόσωπα των γυναικών του Burne Jones, του περίφημου ομοεθνή του ζωγράφου. Ακόμη αρκετό κάτι από το σκούσμα αυτό το τρομερό υπάρχει και στην ποίηση του άλλου ομοφύλου και ποιητή, του Ματθαίου Άρνολδ, όσο συγκρατητός και κλασικά αναθρεμμένος και αν είναι ο ρομαντισμός του.

            Και συλλογίζομαι πως ο υπέροχος γλύπτης, σύγχρονος του Φειδία, ο αθηναίος Μύρων που έμπασε στο ιερό ισόθεο γαλήνεμα του φειδιακού τύπου, ζωηρότατα δραστήρια και δραματική την ανθρώπινην κίνηση, την ώρα που παράπλευρα στην Αθηνά την Υγεία, σκάλισε ταραγμένο από την κορφή ως τα νύχια, νευριασμένο το Μαρσύα, τον αγαπημένο της μολαταύτα μουσικό, δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να υποδείξει με τη σμίλη του πόσο από την αρχή των αιώνων, στον άνθρωπο συνυπάρχουν, όσο κι αν πότε η μία, πότε η άλλη κυριαρχεί και φαίνεται πως επικρατεί, συνυπάρχουν και συνεργούν οι δύο αντινομίες του λογικού που υποτάσσεται της καρδιάς που επαναστατεί, με τα λοιπά γνωρίσματα που τις ξεχωρίζουν, οι αντινομίες που κράτησε να γνωρίζονται στην ιστορία από τους νεώτερους με τα προβληματικά πάντα ονόματα κλασικισμός και ρομαντισμός.

            Στο πρώτο μέρος της επίτομης κριτικής αυτής δοκιμής σταματώντας σήμερα, θα έπρεπε από την αρχή να σημειώσω πως το κύριο θέμα, καθώς θα ιδούμε, που μου ενέπνευσε είναι το γαλλόφωνο ποίημα «Ο Απόλλων και ο Σάτυρος», ενός έλληνα νεαρότατου ποιητή, που μας δείχνει πλατύτατους δρόμους αξιοθαύμαστα: του Αλέξανδρου Εμπειρίκου.

Β’ .      

            Για το Γάλλο ποιητή Henri de Regnier κάποτε είπα πως το τραγούδι που ρέει όσο πλούσιο τόσο λεπτοσκάλιστο και πως έδωκε του Ελληνικού Μύθου ιδιαίτερη λυρική ψυχή. Η ψυχή αυτή παίρνει όλη της τη δύναμη και τη χάρη στο «Αίμα του Μαρσύα», το αριστούργημα του ποιητή. Στα πλήθη των Σατύρων και των Σειληνών ο Μαρσύας ζη «μέσα στους ξεχωριστούς ο ξεχωριστός». Εμέν’ ερημίτης μέσα στη σπηλιά του κακογνωρισμένος, με τεντωμένα τ’ αυτιά του πάντα στων πεύκων τα σαλέματα, στο βούΐσμα της μέλισσας, στον άνεμο…. Και μόνος δεν καταδέχτηκε να παρουσιασθεί στον Απόλλωνα την ημέρα που πέρασε από την πολιτεία των Σατύρων με τη θεία του χρυσολύρα, μεγαλόπρεπος, ακατάδεχτος, θριαμβευτικός, επίσημος, κατευχαριστημένος από τον εαυτό του. Άκουε συγκαταβατικά και δύσκολα συγκρατώντας μέσα σ’ ένα χαμόγελο καταδεχτικό τάχα, την καταφρόνεσή του, άκουε τα μελωδήματα και τα παιξίματα των Σατύρων. Κάποιος για να εκδικηθεί το Μαρσύα, με την ιδέα πως ο Θεός θα γελούσε μ’ εκείνον πολύ περισσότερο, το κατάδωκε. Τον εζήτησε ο Θεός. Και ήρθε. Μικροκάμωτος. Με τη φλογέρα του, μικρή, τόσο μικρή, όσο και καλόφωνη. Κ’ έπαιξε τη φλογέρα του μπροστά στο Θεό με τη χρυσή τη λύρα. Κ’ ύστερα τραγούδησε. Τι τραγούδι ήταν εκείνο! Όλοι γελούσανε και ούρλιαζαν γύρω του. Μόνος ο Θεός δεν εγελούσε. Χαλκοπράσινος, σιωπηλός, άγριος, μόνος. Ο Μαρσύας, τελειώνοντας το τραγούδι του, κατάματα κοιτάζοντας το Θεό του φωτός, συντρίβει σε δυο τη φλογέρα του στο ίδιο του το γόνατο επάνω. Ο Θεός δεν εγελούσε, γιατί κατάλαβε˙ με τη λέξη αυτή και ο ποιητής μας δίνει να καταλάβουμε. Τίποτε περισσότερο. Καμιά αφήγηση της τιμωρίας του Σατύρου. Μόνο στον επίλογο που τιτλοφορείται «Μιλεί ο Μαρσύας», μας δίνεται να διαισθανθούμε το σκληρό του τέλος. Ο Μαρσύας βαδίζει προς το θάνατο. Και όμως κ’ έτσι και με το δέρμα του πληρώνοντας την υψηλή του μοίρα, αυτός είναι ο νικητής. Το φθονερόν θείον, ο μακάριος αντίζηλος του κάκου θα δοκιμάσει επάνω στην συντριμμένη και πλέον αχρησιμοποίητη φλογέρα να ξαναβρεί την πνοή του και να μάθη της φωνής του τα μυστήρια…..

            Ο Ερρίκος Ρενιέ στόλισε το μέτωπο του αριστουργήματός του μ’ ένα στίχο από το «Σάτυρο» του Βίκτωρος Ουγκώ. «Ταπεινός μαθητής του μεγάλου διδασκάλου», καθώς ήταν ο Μιστράλ του Ομήρου, ανάφτει το κερί του από την ουγκική λαμπάδα, και φαίνεται να φιλοδοξεί να συνεχίσει στο δικό του ημερότερο και γαληνότερο τόνο τη μυριόστομη μουσική του εποποιού που ραψώδησε τη «Παράδοση των Αιώνων». Ο «Σάτυρος», ραψωδία κοσμογονική, πανθεϊστική, κλασικορομαντική , ακαταμέτρητη. Συνεχίζει και συμπληρώνει το έκτο βουκολικό τραγούδι του Βιργιλίου, το «Σειλινός», είδος κ’ εκείνο κοσμογονικής και μυστηριακής αρμονίας, καθώς μια συμφωνία μπετόβεια ή μια βαγκερική δραματουργία θα συνέχιζε και θα συμπλήρωνε τα μουσουργήματα που ονομάζονται «μουσικές δωματίου». Αδύνατο εδώ να δώσω κάτι σαν ανάλυση των εφτακοσίων αστραπόστιχων εκείνων. Στην αγγειογραφία ενός κρατήρος που βρίσκεται στο Βερολίνο παριστάνεται ο Μαρσύας να κιθαρίζει με την κιθάρα του Απόλλωνος. Ο Θεός τον ακούει, ακροατής του απλούστατα. Ο Μαρσύας αυτός θα είναι ο πρόδρομος του ουγκικού σατύρου που επάνω στον Όλυμπο, μπροστά στο Δωδεκάθεο, για το δυναμώσει και να το συντελέσει το τραγούδι του, και να το φέρει στο nec plus ultra παίρνει τη λύρα του Απόλλωνος που του την προσφέρει ο ίδιος ο Θεός ευγενικότατα. Και τι είναι ο «Σάτυρος»; Μας το λέει, μεγάλος κριτικός του καιρού μας μέσα στο σημαντικό βιβλίο του για τον «Μπερξονισμό», ο Αλβέρτος Thibaudet, με λόγια τέτοια: «Ή σα χείμαρρος και σάμπως με πανική τρομάρα σύνθεση του Σατύρου θα ήτανε για τον Ουγκώ απόλαυση απερίγραπτη. Αλλά και ο Σάτυρος ο ίδιος δίνει την ιδέα μιας υπέροχης χαράς, της καθάριας ζωϊκής ορμής, μέσα στο μάγεμα του δημιουργικού έργου. Χαρά που δεν ακουμπά σε καμία κανενός είδους υλικότητα, εκτός από τον αυλό του Ερμή και από την απολλώνεια λύρα, μα και τα δυο συντριμμένα μέσα στα τρομερά του δάχτυλα. Ο Σάτυρος είναι το ίδιο πνεύμα του Ουγκώ, όμως λυτρωμένο από τις υλικές ανάγκες ˙ είναι το πνεύμα αγνό, συνουσιωμένο με την αγνή προς τα ύψη ορμή της ζωής».

            Ο Σάτυρος του Ουγκώ γραμμένος στα 1859, και ο Μαρσύας του Ρενιέ, δημοσιευμένος στον τόμο της «Πολιτείας του νερού» προ είκοσιν πάνου κάτου χρόνων. Στο έτος 1923 ήτανε γραμμένο σ’ ένα έλληνα ποιητή, ακολουθώντας το δρόμο του Σενιέ και του Μορέας, μ’ ένα περπάτημα ξεχωριστό δικό του, σ’ ένα ποιητή που τα χρόνια του μόλις θα πέρασαν, υποθέτω, τους εικοσιπέντε απρίληδες, να κρατήσει άφοβα στα πλαστουργά του χέρια το ίδιο καθιερωμένο σαν τελειωτικά, σε είδος και σε κάλλος, υλικό, και να το ξαναναστήσει με νέα πνοή, με άλλο νόημα, με μια ομορφιά τολμηρή για τους καιρούς μας ˙ την ώρα που των καιρών αυτών οι αντιπρόσωποι, και στη σκέψη τους και στο στίχο τους, φαίνεται πως βλέπουν αλλού, με τέχνην άλλη, προς αλλότρια ιδανικά. Ο Ερνέστος Raynaud, ποιητής νεοκλασικιστής από τους καλύτερους, παλαιός σύντροφος και συναθλητής του Μορέας στον πρόλογο που έγραψε για τον «Απόλλωνα και το Σάτυρο», το ποίημα του Αλεξάνδρου Εμπειρίκου, παρατηρεί: «Ο ποιητής των «Ποιημάτων του Αιγαίου» με τη μορφή την παραπολύ αυστηρά προσκολλημένη στην τεχνοτροπία τωνλεγόμενων παρνασσικών, μα που βλέπει κανείς την ευγενική φροντίδα της ιδέας βαλμένης μέσα στη λαξευτή μορφή, εδώ (στον «Απόλλωνα και στο Σάτυρο»), ευρύνει τον τρόπο του και ζητεί να χαράξει νέους δρόμους. Ότι μου αρέσει σ’ αυτόν, είναι το ποιο που η έμπνευσή του δείχνει. Στην ηλικία που οι συνομήλικοί του δεν μας εμπιστεύονται σχεδόν τίποτε άλλο παρά όσα ορέγεται η σάρκα τους και αδιάντροπα μας ανακοινώνουν τα μυστικά του κρεβατιού των, ο Εμπειρίκος τα βάζει με το φοβερό πρόβλημα του μοιραίου, ανυψώνεται στις σφαίρες του μεταφυσικού στοχασμού, πάντα μολαταύτα φροντίζοντας να προικίζει τα αφηρημένα με αρμονικά σώματα. Η φιλοσοφία του θεοποιεί τη θέληση και με το μύθο του Μαρσύα μελετά την οδυνηρή σύγκρουση του Πνεύματος και της Σαρκός…»

            Ο ποιητής με το σεβασμό που χαρακτηρίζει τους από τη Μούσα πλούσια προικισμένους για τους μεγάλους ομότεχνους που δούλεψαν και οδήγησαν πριν από αυτούς, αφιερώνει το ποίημα του στον Ερρίκο Ρενιέ. Μα πόσο διαφορετικός ο δικός του ο Μουσηγέτης από τον Απόλλωνα που ενεργεί στο «Αίμα του Μαρσύα!» Αντίθετα με το θεό του Ρενιέ, που λυγισμένος από το μεγαλείο του ανθρωπόθεου Σατύρου, τον εξοντώνει για να εκδικηθεί, ο θεός του Εμπειρίκου είναι ένας θεός προχριστιανικός, σωκρατικός, πλατωνικός, ηρακλειτικός, Καντιακός, Εγελειανός, διαλαλητής της ιδέας, σύμβολο του λογισμού του νοοκρατικού που με τη φωτιά του και καταλεί και καθαρίζει και αϋλώνει τα στοιχεία, η σκέψη που ζωογονεί τη φύση την πρωτόγονη, τη σαρκολάτρα, και της δίνει τη συνείδηση του ηθικού κάλλους. Ο Φοίβος δικαιοκριτής που γδέρνοντας ο ίδιος και ξεσκίζοντας το Σειλινό, και σφραγίζοντάς τον με μια πυρωμένη του ακτίνα καταβροχθιστική τον απολυτρώνει από την αμαρτία του σαρκικού ορμεμφύτου, τον ανυψώνει προς τα ψυχικά και τα πνευματικά επίπεδα. «Θεός, αν είμαι, ψάλλει ο ευαγγελικός αυτός απόστολος του Λόγου, όμως άγαλμα δεν είμαι χρυσοσκάλιστο, ασάλευτο, μιας κρυερής ομορφάδας, για την ευχαρίστηση του ματιού στο μέταλλο χυμένο, άψυχο κειμήλιο για τους ναούς. Είμαι στην ολάκερη ζωή της η φωτοδότρια δύναμη, στο χάος ανάμεσα είμαι ο ζωογόνος Ήλιος». Και η ποίηση για τον Απόλλωνα τούτον δεν είναι μια μάταιη μουσική για να γοητεύει αποκλειστικά λεπτά λαγαρισμένα αισθητήρια που τρεμοσαλεύουν με το ελάχιστο φύσημα, καμωμένη για να εκφράζει κάτου από μάσκες και λογής αλλάγματα, με τα σαγηνέματα της αρμονίας, τις ταπεινές λειτουργίες στης σκλαβωμένης σάρκας και τις χαύνες επιθυμίες που αλυσοδένουν την ψυχή. Η ποίηση είναι η ζωή και το φως του κόσμου. Πίστη, προσευχή και προφητεία. Ο βοριάς των Τυρταίων, Σίβυλλα που αποκαλύπτει τα μέλλοντα στους βλέποντας και κάνει να οδηγούν τα κοπάδια των γενεών προς ύψη απρόσιτα οι θεϊκοί προφήτες που υποφέρουν και που αγωνίζονται. Κ’ έτσι ο Απόλλων με την ορμή της λυρικής άφθονα χυμένης ρητορείας, μας φέρνει πολύ μακριά από τα δοσμένα με το σταγονόμετρο παιγνιδίσματα των επιγραμματιστών που ακμάζουν και στις ημέρες μας και που τις περισσότερες φορές δεν είναι με την υποταγή στη μετρημένη τάχα και στη συγκρατημένη έκφραση, παρά δείγματ’ αγνά του αδυνατισμένου και του μέτριου. Κ’ έτσι ο Απόλλων, κατεβάζοντας ο ίδιος το χέρι του, με κίνημ΄ αλύγιστο και βουβός, επάνω στο Μαρσύα που τον ανατριχιάζει το θείο εκείνο άγγιγμα και που τον κρατεί ακίνητο κοιτάζοντας προς τη γη, θυμίζει πάλι ένα άλλο καλλιτεχνικό μνημείο του αρχαίου καιρού από τα χίλια μύρια, που το θέμα της πάλης του Θεού με το σάτυρο ζωγραφίζουν ˙ η εικόνα παρασταίνει τον Απόλλωνα να στηρίζει επάνω στο Μαρσύα τη λύρα του, δηλωτική της νίκης του. Μολαταύτα: πριν ακουστεί στο ωραίο τούτο μεγαλόπνοο ποίημα η φωνή του θεού του φωτός, μιλώντας με την επική πλατυρρημοσύνη ενός ομηρικού ύμνου, που θα ήταν όμως θαμπωμένα τα μάτια του από τις βιβλικές αστραπές στου Σινά, στο ίδιο ποίημα η φωνή του Μαρσύα.

            Και πρέπει εδώ να εξομολογηθώ. Ευλαβητικά και με ξέσκεπο κεφάλι γονατιστός και θαυμαστός όλος γρικώντας τα θεία ρήματα, την κρυφή μου αγάπη την έχω στο τραγούδι του Μαρσύα. Η φυσική ορμή, πρωτόγονη, στοιχειωδική, ακαλλιέργητη (ο γερμανός φιλόσοφος, ο φημισμένος του «Λυκόφωτος της Δύσεως» Οσβάλδος Σπένγκλερ αυτήν ίσα-ίσα την ορμή καλλιεργημένη θα την ονόμαζε), φερμένη από τα έγκατα της γης δροσερή, μοσκοβολισμένη, τυφλή, ηδονική, μεθυστική, διονυσιακή, καθώς δηλώνεται στο τραγούδι του Μαρσύα, εκείνη περισσότερο με τραβά. Ο ταπεινός Σιλβάνος που ζει στα σκοτεινότερα βάθη των απέραντων δρυμών με την Ορεάδα και με το μέλι της κυψέλης, μόνος, κει που ο άνεμος για κείνον μυστικά δεν έχει μήτε η νύχτα, μήτε το δάσος ˙ ο σάτυρος που με κλεισμένα μάτια στη ρίζα του πεύκου του αναπαμένος δεν το βλέπει πλια το φλογερό πρόσωπο του γαλάζιου ουρανού, όμως η ημέρα είναι στα κλειστά του βλέφαρα πυρωμένο φιλί, και που εκφράζει μέσα του το χιλιόφωνο βούϊσμα του δάσους ˙ ο Σειληνός που το σώμα του μονάχα αισθάνεται και το ζει, το ανεξάντλητο, και που του είναι το απηχητικό σταυροδρόμι που επάνω του ανταμώνονται και συνταιριάζονται σε σύμπλεγμα εκθαμβωτικό όλα τα δυνατά του κόσμου, το σώμα του που τραγουδεί και που το δάγκωμα του άστρου και το τραχύ μαστίγωμα του ανέμου το κατάστησαν άγριο, χορευτικό, ευκίνητο ˙ ο Μαρσύας που μεσ’ από τους πόρους του όλους πίνει την ηδυπάθεια, και που ένα γίνεται με την παγκόσμια ζωή, καταντά να την έχει αποκλειστικά και σχεδόν αξήγητη τη συμπάθειά μου, κάθε φορά που τόνε βρίσκω στο τραγούδι τούτο.

            Ο «Απόλλων και ο Σάτυρος» ανάμεσ’ από την ανάδειξη μιας υπεράνθρωπης, επάνω και από τους Ολύμπιους υπεροχής, καθώς φαίνεται στο ποίημα στου Ρενιέ, φιλοδοξεί να δώσει μια απόκριση  - και τη δίνει – στην ασυγκράτητη και την ασύγκριτη πανθεϊστική μανία του ουγκικού «Σατύρου». Και όσοι από μας εδώ κατέχονται από το πάθος της Ποιητικής Τέχνης, και είναι μπασμένοι στο νόημά της, αξίζει καύχημα να το έχουν πως η απόκριση δόθηκε από Έλληνα πάντα ποιητή, σάμπως μια παράσταση χορικού καμιάς αττικής τραγωδίας, όσο κι αν η γλώσσα του ποιητή αυτού, θρεμμένη με τους ρυθμούς, τους τρόπους, τους στίχους και τις ρίμες των Ουγκώ και των Ρενιέ, μας είναι ξένη. Παράλληλα με τις εθνικές, χωριστές η καθεμιά, λογοτεχνίες, υπάρχει ένα κοίταγμα της λογοτεχνίας μιας ανθρώπινης, παγκόσμιας, συγκρατητής, αλλεπάλληλης, ομόγλωσσης και σε όποια γλώσσα. Ένας συγγραφέας της τελευταίας ώρας, από τους πρωτοτυπότερους, τους νεωτεριστικότερους και τους προσεχτικότερα κοιταγμένους από τη σύγχρονη γενεά στη Γαλλία, ο Max Jacob, έγραφε στον Αλέξανδρο Εμπειρίκο, ύστερ’ από τον «Απόλλωνα και το Σάτυρο» : «Είσαστε καλλιτέχνης, ζωγράφος, διανοητής και κάτι καλύτερο ακόμη, ποιητής, γεμάτος λάμψη, φωτιά και πάθος. Αν τούτο είναι ο λυρισμός, είσαστε λυρικός, πράγμα σπάνιο σε όλους τους καιρούς. Ότι και αν είναι, τα μεγάλα σας χαρίσματα θα σας φέρουν προς τη δόξα, καθώς το αξίζετε».

                        Εφ. «Ελεύθερος Λόγος»,  3 και 9 Μαρτ. 1925.

 
© Copyright 2013 - 2017 Nικόλαος Τζανάκος - Υποψήφιος Δήμαρχος Δήμου Πατρέων