Loading...

Ελληνισμός της Διασποράς

ΔΙΑΚΙΔΕΙΟΣ  ΣΧΟΛΗ   ΛΑΟΥ

ΠΑΤΡΑ

Ομιλία   Νικολάου  Τζανάκου

 

Την Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2007  και ώρα 7 μ.μ.

Στην αίθουσα  της  Διακιδείου  Σχολής  Λαού

 

Θέμα : "Ορθοδοξία και Ελληνική Διασπορά"

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η ξενιτιά, δηλαδή η διαμονή σε ξένα μέρη, που τις περισσότερες φορές μετατράπηκε σε μόνιμη εξορία από την πατρίδα, κατέχει σημαίνουσα θέση στην ιστορική εμπειρία των Ελλήνων. Η ξενιτιά είναι μια λέξη που δύσκολα μεταφράζεται σε άλλες γλώσσες και αποδίδει τη διαμονή σε ξένη χώρα. Υπήρξε δε κεντρική έννοια της εμπειρίας των Ελλήνων. Το γεγονός ότι οι  Έλληνες έχουν δημιουργήσει μια από τις  αρχετυπικές διασπορές του κόσμου, αποτελεί μάλλον προφανή διαπίστωση, αν λάβουμε υπ' όψιν μας τη θέση που κατέχει η νεοελληνική Διασπορά, στην γενικότερη ιστορική  πορεία του ελληνικού έθνους. Για μεγάλα χρονικά διαστήματα οι απόδημοι είχαν ευρύτατη συμμετοχή στις διαδικασίες της οικονομικής, κοινωνικής, πολιτιστικής και πολιτικής εξέλιξης του ελληνικού κόσμου, παίζοντας σημαντικότατο (κάποτε  και πρωταγωνιστικό) ρόλο στους ιδεολογικούς του προσανατολισμούς, ιδιαίτερα κατά τη μακρόχρονη περίοδο της Τουρκοκρατίας. Ο ρόλος αυτός μειώθηκε βέβαια μετά την ανάδυση του ελληνικού κράτους και τη μετάθεση του βάρους από τον παροικιακό και τον περιφερειακό ελληνισμό στο ελλαδικό εθνικό κέντρο.

            Το περιεχόμενο του όρου Διασπορά επιδέχεται ποικίλους ορισμούς. Η ποικιλία αυτή οφείλεται στις ιστορικές και επιστημολογικές αφετηρίες, από τις οποίες ξεκινούν κατά καιρούς οι ιστορικοί, κοινωνιολόγοι και πολιτικοί επιστήμονες για να δώσουν την τυπολογία του φαινομένου[1]. Δεν έχουν γίνει ακόμη συστηματικές μελέτες, για τη σημασιολογική εξέλιξη των όρων,  που χρησιμοποιήθηκαν και χρησιμοποιούντα, για να προσδιορίσουν φαινόμενα και πραγματικότητες της ιστορικής ανέλιξης  της νεοελληνικής Διασποράς. Με τον όρο Διασπορά – που παρά την ελληνική του ετυμολογία, έχει βιβλική προέλευση[2] αναφέρεται κατ’ αρχάς στην Παλαιά Διαθήκη για να περιγράψει τη γεωγραφική διάχυση (διασκορπισμό) των μελών μιας θρησκείας, των Εβραίων, εκτός της Ιουδαίας, εντός της περιοχής διαβίωσης των μελών μιας άλλης θρησκείας. Χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη μετανάστευση των Εβραίων από τη Παλαιστίνη μετά τις εξεγέρσεις του 73-66 π.Χ και του 132- 135 μ.Χ και τον διασκορπισμό τους τη λεκάνη της Μεσογείου Με τον όρο Ελληνισμός της Διασποράς-χαρακτηρίζεται γενικά το τμήμα εκείνο του ελληνικού  λαού, το οποίο: παρ' όλο που εκπατρίστηκε για διάφορους λόγους και εγκαταστάθηκε, έστω και σε σχετική μόνο μονιμότητα, σε χώρες ή περιοχές εκτός του εθνικού χώρου, εξακολούθησε να συντηρεί με ποικίλους τρόπους τους υλικούς, τους πολιτιστικούς ή έστω τους συναισθηματικούς του δεσμούς, με τη γενέτειρα και τη χώρα της άμεσης ή παλιότερης καταγωγής του. Οι εγκατεστημένοι σε αστικά κέντρα του εξωτερικού απόδημοι συναποτελούν–άσχετα από την αριθμητική τους δύναμη–χωριστές κοινωνικές ομάδες, που αντλούν την ιδιαιτερότητά τους έναντι του κοινωνικού περίγυρου από την κοινή γεωγραφική και εθνική τους προέλευση. Οι  κοινωνικές αυτές ομάδες που δεν προϋποθέτουν την ενεργό συμμετοχή  των μελών τους σε συλλογικές λειτουργίες ονομάζονται παροικίες[3]. Η ιστορία της Διασποράς στην Ελλάδα έχει δύο σημαντικές διαστάσεις. Η πρώτη αναφέρεται στην ιστορία αυτού που στην Ελλάδα ονομάστηκε η "καθ ημάς Ανατολή", δηλαδή η ελληνική παρουσία στην Εγγύς Ανατολή, εκτός συνόρων  του ελληνικού κράτους μια παρουσία που ήταν  ιδιαίτερα έντονη έως τις αρχές της δεκαετίας του  1920, ενώ σήμερα έχει συρρικνωθεί σε αμελητέο σχεδόν βαθμό. Η δεύτερη διάσταση αφορά την ιστορία της ελληνικής διασποράς  καθαυτήν, δηλαδή της μαζικής μετανάστευσης που έλαβε χώρα από τον 18ο αιώνα πέραν των συνόρων του ελληνικού κράτους και της ελληνικής Ανατολής που οδήγησε στη δημιουργία των  ελληνικών παροικιών ή μεταναστευτικών κοινοτήτων σε πολλές χώρες του κόσμου. Οι κοινές παραδόσεις και η κοινή ιστορία μιας ομάδας θεωρούνται ότι παρέχουν την κύρια βάση για μια κοινή εμπειρία, από την οποία πηγάζουν τα αισθήματα του ανήκειν. Συνεπώς η ανάλυση αυτού του είδους εστιάζει σε συγκεκριμένα πολιτιστικά χαρακτηριστικά, όπως είναι η γλώσσα, η θρησκεία, η μαγειρική, η ενδυμασία και άλλοι δείκτες ταυτότητας. Η εθνική ομάδα έξω από την πατρίδα της αντιμετωπίζεται ως πολιτιστική ομάδα με κοινή ιστορία, η οποία διατηρεί την ταυτότητα  της μέσα από συγκεκριμένες πρακτικές, δράσεις, πεποιθήσεις και αξίες, που θεωρούνται  ότι τους χαρακτηρίζουν διαχρονικά.

Ουσιώδη  γνωρίσματα της έννοιας ΕτΔ  είναι η γεωγραφική διάχυση εκτός της ελληνικής επικράτειας, η απροσδιοριστία (αίτια/κίνητρα) δημιουργίας, η ελληνική ταυτότητα και οι υλικοί και πολιτισμικοί δεσμοί με το εθνικό κέντρο. Ο πιο σημαντικός πολιτιστικός παράγοντας είναι η ορθοδοξία και αδιαμφισβήτητα η θρησκεία παίζει καθοριστικό ρόλο στην ελληνική ταυτότητα, εξαιτίας των συγκεκριμένων ιστορικών αιτιών που διαχωρίζουν την εμπειρία της Ελλάδας από εκείνη των δυτικών ευρωπαϊκών  κρατών[4]. Η σύμπτωση  θρησκείας με την εθνική ταυτότητα αποτελεί παράδοση από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ως θεοκρατικό κράτος και από το οθωμανικό σύστημα διοίκησης, όπου το μιλλιέτ ή το "έθνος" καθοριζόταν με θρησκευτικά κριτήρια. Φυσικά με την πάροδο του χρόνου έχουν επέλθει αλλαγές.

Ορθοδοξία και Διασπορά

Οι οικονομικές, πολιτιστικές και πολιτικές συνθήκες κάτω από τις οποίες αναπτύχθηκαν οι ελληνικές παροικίες της Δύσης δημιούργησαν τις προϋποθέσεις, ώστε  οι απόδημοι να συνειδητοποιήσουν νωρίτερα και ουσιαστικότερα, σε σχέση με τους υπόδουλους συμπατριώτες τους, το πολιτικό πρόβλημα της πατρίδας τους. Για τον Έλληνα απόδημο τα δυτικά κράτη παρείχαν, με τη διοικητική τους οργάνωση, τις δομές και τις νοοτροπίες των κοινωνιών τους, περισσότερα περιθώρια για ειρηνικές παραγωγικές και πολιτιστικές δραστηριότητες σε σύγκριση με εκείνα που άφηνε στους υπηκόους της (και ιδιαίτερα στους χριστιανούς ραγιάδες) η καθυστερημένη αυτοκρατορία των σουλτάνων. Συνεπώς, οι πάροικοι, μολονότι έμεναν, όπως είπαμε, προσηλωμένοι στην πολιτισμική (¨εθνική") ιδιαιτερότητα του Γένους, ήταν επίσης ανοιχτοί και στις ευεργετικές επιδράσεις που εξασφάλιζε η διαβίωση τους στη χριστιανική Δύση[5].

            Με τον τρόπο αυτό η ελληνική Διασπορά κατάφερε να συνδυάζει τις δύο βασικές συνιστώσες της νεοελληνικής πολυ–ιδεολογίας: την ελληνορθόδοξη παράδοση, από το ένα μέρος, και την ανάγκη για τον εκσυγχρονισμό της κοινωνίας από το άλλο.

            Η ορθόδοξη εκκλησία είναι ο μόνος θεσμός από το παλιό βυζαντινό καθεστώς, που έμεινε σχεδόν άθικτος ύστερα από την επιβολή των Τούρκων. Ο σουλτάνος Μεχμέτ Β', ξεκινώντας  κυρίως από αίτια ιστορικά, οικονομικά και πολιτικά, θέλει να διατηρήσει τον θεσμό αυτόν και εκμεταλλευόμενος τη διάσταση Ανατολικής και Δυτικής εκκλησίας ανεβάζει στο θρόνο τον μοναχό Γεννάδιο, τον κατά κόσμο Γεώργιο Κουρτέση τον Σχολάριο, άνδρα με μεγάλη  θρησκευτικότητα και μόρφωση. Με την άνοδο του Γενναδίου στον πατριαρχικό θρόνο επικρατούν οι ανθενωτικοί, δηλαδή εκείνοι οι οποίοι δεν δέχονται την ένωση της Ανατολικής εκκλησίας με τη Δυτική.

            Τα εκκλησιαστικά προνόμια εξασφαλίζουν την εύρυθμη λειτουργία του εκκλησιαστικού θεσμού (επισκόπων, ναών, μονών) και του θρησκευτικού βίου (μυστήρια, ταφή κ.λ.π.). Ο Πατριάρχης ασκούσε την  ανώτατη εποπτεία στους κατά τόπους μητροπολίτες, αρχιεπισκόπους, έχοντας το δικαίωμα να τους διορίζει, με την έκδοση ειδικού βερατίου από την Πύλη.

            Είναι ευνόητο ότι τα προνόμια που χορηγήθηκαν στην εθναρχούσα εκκλησία, απέβλεπαν βασικά στην εξυπηρέτηση των οθωμανικών συμφερόντων. Έγινε προσπάθεια δηλαδή να δημιουργηθεί  μια Αρχή  άμεσα υπεύθυνη για την υποταγή των χριστιανών στην Οθωμανική αυτοκρατορία  και την νομιμοφροσύνη του ρωμαϊκού μιλλετιού

Ανεξάρτητα όμως από την έννοια που είχαν τα προνόμια για την οθωμανική εξουσία, η λειτουργία  τους αποδείχτηκε ευεργετική για το Γένος. Συνέβαλαν αποφασιστικά στη συνέχεια της Ρωμανίας – Βυζαντίου μέσα στη δουλεία. Από άποψη κρατική και εδαφική η Οθωμανική αυτοκρατορία, συνέχισε τη χριστιανική σε μια έκταση μάλιστα πολύ ευρύτερη από εκείνη που είχε το Βυζάντιο στα 1453, και πολύ κοντά στα όρια της ακμής του. Πνευματικά όμως και πολιτιστικά, αλλά και πολιτικά τη συνέχισε η Εθναρχία. Άμεσος "πολιτικός κυρίαρχος", "αυθέντης και αυτοκράτορας" των Ρωμαίων δεν ήταν ο σουλτάνος, αλλά ο οικουμενικός Πατριάρχης. Η Εθναρχία έδωσε στην υπόδουλη Ρωμιοσύνη μεγαλύτερη από πριν ενότητα και συνοχή. Η Πόλη δεν έπαυσε και μετά την πτώση της να νοείται ως κέντρο της ορθόδοξης οικουμένης. Ο θεσμός της Εθναρχίας αποδείχτηκε  για το Γένος περισσότερο ευεργετικός, απ' όσο θα μπορούσε κανείς, εκ πρώτης όψεως να φανταστεί.  Η Εθναρχία ήταν πραγματικό "Ορθόδοξο εκκλησιαστικό κράτος  του χριστιανικού έθνους"[6] και παράγοντας ενότητας όχι μόνο μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία αλλά και έξω από αυτήν, στον χώρο της διασποράς.

            Η υπερεθνικότητα της Ορθοδοξίας, στην οποία έμεινε πιστό το οικουμενικό Πατριαρχείο, είχε ως αποτέλεσμα την ενότητα όλων των υπόδουλων ορθοδόξων σε μια υπερφυλετική συνύπαρξη. Η ελληνική εκκλησία αναδείχτηκε σπουδαία πολιτιστική δύναμη για όλες τις ορθόδοξες εθνότητες.

Κύριο στοιχείο της ύπαρξης του Έλληνα  είναι η πίστη. Έλληνας, στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, δεν ήταν όποιος μιλούσε ελληνικά, αλλά ο ορθόδοξος. Η ορθοδοξία ήταν εκείνη, που συναδέλφωσε τους Έλληνες με τους άλλους ορθόδοξους Ρωμιούς και διατηρούσε την συνοχή και την ενότητα σ' όλη τη Ρωμιοσύνη. Ο βασικός πυρήνας οποιασδήποτε ελληνικής εμπορικής παροικίας ήταν η εκκλησία, γι αυτό και οι Έλληνες της Ινδίας ανυπομονούσαν να χτίσουν ένα ναό και να φέρουν έναν ιερέα, ο οποίος τελικά εστάλη από την αυτοκέφαλη μονή της Αγίας Αικατερίνης του Σινά. Το 1774 αγοράστηκε το οικόπεδο όπου οικοδομήθηκε η ελληνική εκκλησία της Καλκούτας η οποία ολοκληρώθηκε το 1780.   Είναι μια εμπειρία που την ζει κανείς, ακόμη και σήμερα στο χώρο της διασποράς (Ευρώπη, Αμερική, Αυστραλία) σε μια διορθόδοξη  Λειτουργία. Εκεί συνειδητοποιεί κανείς την "υπερεθνότητα" της ορθοδοξίας.

            Η εκκλησία – ενορία γινόταν προπάντων ο χώρος, στον οποίο ο έμφυτος δυναμισμός του ελληνισμού συντηρόταν και ενισχυόταν στους προσανατολισμούς του. Γιατί, ιδιαίτερα στους κόλπους της εκκλησιαστικής ζωής τρεφόταν η μεγάλη Ιδέα.

            Στην παράδοση της ορθοδοξίας η ενορία δεν υπήρξε ποτέ χώρος θρησκευτικών, αλλά κοινωνικών  συνάξεων, χώρος επίλυσης των προβλημάτων της ενορίας ως σώματος. Αλλά και  η ευρύτερη οργάνωση της ορθοδοξίας ως οικουμένης πρόσφερε πρωτογενές πρότυπο διοικητικής αποκέντρωσης. Η ελευθερία και αυτονομία των τοπικών επισκοπών με τη σύνοδο ως πανενωτική δύναμη, αποτελούσαν "μοντέλο" για το κοινοτικό σύστημα και τη διοικητική αποκέντρωση.

            Η κοινότητα όμως αποτέλεσε παράλληλα "ένα πεδίο μοναδικό για την πολιτική έκφραση της κοινωνικής δυναμικής" και για την "πολιτική ανάπτυξη των ελληνικών πληθυσμών[7]. Η σημασία του κοινοτικού θεσμού φάνηκε, όταν ο ρόλος του αποδυναμώθηκε στα πλαίσια του συγκεντρωτικού ελληνικού κράτους. Ένας από τους εγκυρότερους εκτιμητές της ελληνικής παράδοσης, ο Ιωαν. Δραγούμης (1878-1920), θα κατηγορήσει ανοικτά το μετεπαναστατικό ελληνικό κράτος, γιατί κατάργησε την Τοπική αυτοδιοίκηση, τις κοινότητες που είναι ο "τύπος" του ελληνικού τρόπου υπάρξεως[8].

            Προέκταση του κοινοτικού βίου των μητροπολιτικών ελληνικών περιοχών αποτέλεσαν οι κοινότητες της Διασποράς, που είχαν ανυπολόγιστη επίδραση και στην πορεία του κύριου ελληνικού χώρου.

            Και πριν από την άλωση, πολλοί λόγιοι και έμποροι, αλλά και ολόκληρες οικογένειες από την Ήπειρο, τη Στερεά και την Πελοπόννησο, για να αποφύγουν τον επερχόμενο κίνδυνο, περνούσαν μέσω των βενετοκρατούμενων περιοχών στην Ιταλία.

Το ρεύμα αυτό ενισχύθηκε μετά την πτώση της Πόλης και της υπόλοιπης Ελλάδας. Εκτός από τους λογίους στους φυγάδες συγκαταλέγονται και ναυτικοί, στρατιωτικοί, έμποροι, κωδικογράφοι και μεταπράτες  χειρογράφων, αλλά και γεωργοί και βοσκοί. Έτσι δημιουργήθηκαν από τα μέσα του 15ου και μέχρι τα μέσα του 16ου αι. οι ελληνικές παροικίες της Δυτικής Ευρώπης.

Όσοι μετανάστευαν επαναλάμβαναν την ίδια πάντα διαδικασία. Στον τόπο της εγκατάστασης τους συσπειρώνονται σε Αδελφότητες εθνοτική αυτοοργάνωση για να διατηρήσουν την πολιτσμική τους ταυτότητα, να ενισχύσουν τους ενδοεθνοτικούς δεσμούς τους, έκτιζαν ορθόδοξο Ναό ο οποίος γινόταν το θρησκευτικό και εθνικό τους κέντρο και γύρω  του διαμορφωνόταν η Κοινότητα ή Παροικία. Η παροικία περιλαμβάνει το σύνολο της Διασποράς, δηλαδή πληθυσμό, εθνοτικές κι διεθνοτικές σχέσεις. Αντίθετα η κοινότητα εκφράζει μια μορφή κοινωνικής οργάνωσης της Διασποράς και συνεπώς κατάσταση «κλειστής κοινωνίας».

Μια σύντομη ιστορική επισκόπηση του ελληνικού μεταναστευτικού ρεύματος θα ξεκινούσε τον 18ο και 19ο αιώνα, όταν δημιουργήθηκαν ελληνικές παροικίες στην Ιταλία, Αυστροουγγαρία, Μολδοβλαχία ,Αγγλία, Γαλλία και τέλος Αίγυπτο και Ινδίες .

Η Ελληνική διασπορά των χρόνων εκείνων δραστηριοποιήθηκε στο διεθνές εμπόριο με κέντρο την Αυστροουγγαρία.

Αργότερα τον 19ο αιώνα το κέντρο βάρους της οικονομικής δραστηριότητας μετατοπίζεται λόγω της βιομηχανικής επανάστασης και οι παροικίες που δεν έχουν πρόσβαση στο θαλάσσιο εμπόριο φθίνουν….1821…ανάπτυξη Αιγύπτου, Συρίας Λιβάνου, Μεσοποταμίας. 

Η δημογραφική δύναμη των παροικιών, σε συνδυασμό με τα περιθώρια της θρησκευτικής ελευθερίας και δογματικής και εκκλησιαστικής τους αυτονομίας, επηρέαζε και την έκταση και την ταχύτητα της κοινωνικής ενσωμάτωσης και την έκταση   των μελών τους, η οποία άλλωστε αποτελούσε  και το προστάδιο προς την τελική εθνική τους αφομοίωση. Έτσι, αρκετές από τις σχετικά ολιγομελείς ελληνικές παροικίες μερικών κωμοπόλεων και χωριών της Απουλίας, των Βασιλικάτων και της Καλαβρίας, αλλά και της Σικελίας, επειδή βρίσκονταν από τη διαρκή πνευματική πίεση του άτεγκτου καθολικού περιβάλλοντος, διολίσθησαν μέσω της δογματικής αλλοτρίωσης στην πολιτιστική και κοινωνική ενσωμάτωση και στη συνέχεια στον ολοκληρωτικό σχεδόν εξιταλισμό. Παρ' όλα αυτά, είναι ενδιαφέρον το φαινόμενο που παρουσίασαν  αρκετές ελληνικές εστίες της  κατωιταλικής υπαίθρου. Εκεί, παρά την ασφυκτική θρησκευτική πίεση της Καθολικής Εκκλησίας, διατηρήθηκε επί αιώνες και  η χρήση της ελληνικής γλώσσας και αρκετές πατρογονικές παραδόσεις[9]. Μέσα στο ίδιο κλίμα της θρησκευτικής πολιορκίας κινδύνεψαν επίσης να εξαφανιστούν εντελώς και μερικές σημαντικές παροικίες αστικών κέντρων της κεντρικής ιταλικής χερσονήσου, όπως έγινε π.χ. στην Αγκώνα (κατά τη μακρόχρονη περίοδο μεταξύ του 17ου αι. και του 1821)[10] και στο Λιβόρνο (από τις αρχές του 17ου αιώνα ως την ανασύσταση της νέας πια ελληνικής κοινότητας της Αγίας Τριάδας στα μέσα του 18ου).[11]  

            Ανακεφαλαιώνοντας θα λέγαμε ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο ανέκαθεν αποτελούσε μια από τις βασικές συνιστώσες της κοινωνικής οργάνωσης του ελληνισμού τόσο στον ελλαδικό χώρο όσο και στην ελληνική Διασπορά. Αυτό οφείλεται στο γεγονός  ότι η έννοια της Ορθοδοξίας συνυφάνθηκε με την εθνική ταυτότητα με ιδιαίτερη έμφαση από την Οθωμανική  περίοδο έως και σήμερα, και η ελληνική εκκλησία και το Οικουμενικό Πατριαρχείο διαδραμάτισαν αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση και στην αναπαραγωγή της ελληνικής ταυτότητας στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

            Στην Ελληνική διασπορά η παρουσία του υπήρξε σε πολλά σημεία εντονότερη και ο ρόλος του ιδιαίτερα καθοριστικός. Η ελληνική μετανάστευση από τις αρχές του αιώνα παρείχε τη δυνατότητα στο Οικουμενικό πατριαρχείο να συμπορευτεί με τους ομογενείς όπου γης και να ενεργοποιήσει τις κανονικές δικαιοδοσίες του σχεδόν παγκοσμίως κυρίως επειδή η ίδρυση ναών στους χώρους της αρμοδιότητάς του αποτέλεσε εξαρχής έναν από τους βασικούς άξονες της κοινωνικής οργάνωσης των ομογενών.  Η παρουσία του είχε μάλιστα καθοριστική σημασία για την οργάνωση της ομογένειας καθώς η κοινοτική οργάνωση, έχοντας σταθερά ως κέντρο βάρους τους ιερούς ναούς, προσέλαβε σε πολλά σημεία την έννοια της ενοριακής κοινότητας. Το οικουμενικό Πατριαρχείο  μέσω των κατά τόπους αρχιεπισκοπών και μητροπόλεων της δικαιοδοσίας του αναμείχθηκε εξαρχής στην κοινοτική οργάνωση με πάγιο στόχο την ομοιογένεια και την προσαρμογή της στα πρότυπα της ενοριακής οργάνωσης.

            Η άμεση ανάληψη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο της εκκλησιαστικής διοίκησης της ομογένειας στο εξωτερικό φαίνεται ότι αποτέλεσε μια επιβεβλημένη εκ των πραγμάτων πράξη στρατηγικής. Προς την κατεύθυνση αυτή συνέβαλε η συνεκτίμηση της αυξανόμενης μετανάστευσης των Ελλήνων και του γεγονότος ότι η εκχώρηση της δικαιοδοσίας στην εκκλησία της Ελλάδος δεν φαίνεται να εκπλήρωσε τους σκοπούς και τους όρους εκχώρησης.[12]  Μάλιστα η Διασπορά αυτή παρείχε μοναδική ευκαιρία να αναπτύξει τις δικαιοδοσίες του στην εγγύς περιοχή, η οποία κορυφώθηκε και με την εκρίζωση των περισσοτέρων ομογενών της Τουρκίας με τη Μικρασιατική Καταστροφή, το 1922.

            Έκτοτε οι μητροπόλεις που ιδρύθηκαν και λειτούργησαν υπό την αιγίδα του αναπτύχθηκαν εκ των πραγμάτων εξαρχής στα κοινοτικά πράγματα της ομογένειας, κατευθύνοντας τις κοινοτικές διεργασίες προς το συμφέρον  και τα πρότυπα οργάνωσης της εκκλησίας. Η οργάνωση των διαφόρων μητροπόλεων – και αργότερα η αναβάθμιση ορισμένων σε αρχιεπισκοπές – ολοκληρώθηκε μεταπολεμικά, οπότε και αποκρυσταλλώθηκε με μεγαλύτερη σαφήνεια η σχέση της εκκλησίας με την κοινοτική οργάνωση, τη σύνταξη και την εφαρμογή των λεγόμενων ομοιόμορφων και ειδικών κανονισμών λειτουργίας των κοινοτήτων στην Αμερική.

            Υπό τις συνθήκες αυτές σε πολλές χώρες  της δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου και κατά βάση στην Αμερική, στον Καναδά, στη μεγάλη Βρετανία και στην Αυστραλία η κοινοτική οργάνωση επιτεύχθηκε σε αλληλεξάρτηση με τις εκκλησίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου, στο πλαίσιο της οποίας διαμορφώθηκαν και επικράτησαν κυρίως κοινοτικά μοντέλα συζυγίας με την εκκλησία. Τα μοντέλα αυτά, όπως σχηματοποιηθεί και  πρόσφατη έκδοση του Υπουργείου Εξωτερικών (Νιώτης, 1999. σελ. 29), είναι α) της ενοριακή κοινότητας υπό την αιγίδα της Εκκλησίας, στην οποία η Εκκλησία διατηρεί τον απόλυτο έλεγχο, β)της κοινότητας –ενορίας, όπου υπάρχει σχετική αυτονομία από την Εκκλησία και γ) της εθνικής κοινότητας ή απλώς κοινότητας στην οποία υπάρχει πλήρης ανεξαρτησία από την Εκκλησία- σχήμα που χαρακτηρίζει τον μεγάλο όγκο των κοινοτήτων στη Δυτική Ευρώπη, με εξαίρεση τη Μ. Βρετανία.    Στην διοικητική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου ανήκουν σήμερα οι παρακάτω ανά τον κόσμο ελληνορθόδοξες Εκκλησίες

  • Οι εντός της Τουρκίας Μητροπόλεις Χαλκηδόνος, Ίμβρου-Τενέδου , Πριγκιποννησίων , Δέρκων, οι οποίες διαθέτουν ποίμνιο.
  • Η Μονιστική Κοινότητα του Αγίου Όρους
  • Τέσσερις Μητροπόλεις της Δωδεκανήσου και η Πατριαρχική Εξαρχίατης Πάτμου
  • Οχτώ Μητροπόλεις της Εκκλησίας της Κρήτης
  • Η αρχιεπισκοπή Αμερικής μετά την αναδιοργάνωση , το 1996 , της πρώην ενιαίας Αρχιεπισκοπής Βορείου και Νοτίου Αμερικής, η Αρχιεπισκοπή Θυάτειρων και Μ. Βρετανίας, η Αρχιεπισκοπή Αυστραλίας και οι Μητροπόλεις Τορόντο και Καναδά, Κεντρικής Αμερικής , Νοτίου Αμερικής, Γαλλίας και Εξαρχίας Κεντρώας Ευρώπης, Αυστρίας και Εξαρχίας Ουγγαρίας και Μεσευρώπης , Ιταλίας και Εξαρχίας Νοτίου Ευρώπης, Βελγίου και Εξαρχίας Κάτω Χωρών, Σουηδίας και πάσης Σκανδιναβίας, Νέας Ζηλανδίας και Εξαρχίας Ινδιών- Κορέας- Ιαπωνίας Ελβετίας και Εξαρχίας Ευρώπης καθώς και η Μητρόπολη Χονγκ Κογκ και Άπω Ανατολής
  • Τριάντα έξι ελληνικές μητροπόλεις των λεγόμενων «νέων χωρών» οι οποίες παραχωρήθηκαν στην Εκκλησία της Ελλάδας με την Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1928. Παράλληλα στο λεγόμενο κλίμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου τυπικά ανήκουν. Αλά υπό καθεστώς αυτονομίας από το 1923, οι Εκκλησίες της Φιλανδίας, της Εσθονίας και της Λετονίας, καθώς και της Τσεχοσλοβακίας , από την οποία προ΄λθαν και ανακηρύχθηκαν αυτοκέφαλες η Εκκλησία της Τσεχίας και της Σλοβακίας με ειδικό Πατριαρχικό Συνοδικό Τόμο το 1998 (Δίπτυχα της Εκκλησίας της Ελλάδος, 2000, σ,λς)

Οι κατά τόπους μητροπόλεις, οι αρχιεπισκοπές και οι ενοριακές κοινότητες λειτουργούν με βάση την ισχύουσα τοπική νομοθεσία και αποτελούν σήμερα σημαντική δύναμη στήριξης του Οικουμενικού Πατριαρχείου σε όλο τον κόσμο. Συνολικά η υποδομή σε ναούς και δύναμη κληρικών στις επαρχίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Ελληνική Διασπορά (εκτός Τουρκίας)παρουσιάζεται σημαντική και ως προς ορισμένα μεγέθη ανώτερη των ελλαδικών επαρχιών του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Αυτό δείχνουν τα διαθέσιμα στοιχεία στα Δίπτυχα της Εκκλησίας της Ελλάδος του 2000. Σύμφωνα με αυτά υπολογίζεται ότι υπάρχουν συνολικά 1109 ενοριακοί ναοί, 2 παρεκλήσσια, 29 μονές και πάνω από 1000 ιερείς, έναντι 364 ενοριακών ναών, 2728 παρεκκλησίων, 62 μονών και 480 ιερέων που παρουσιάζουν συνολικά οι ελλαδικές επαρχίες της Αρχιεπισκοπής της Κρήτης και των τεσσάρων Μητροπόλεων της Δωδεκανήσου. 

Οργάνωση της ελληνικής Διασποράς  και Ορθοδοξία

Α) Αμερική

Η πρώτη ομάδα Ελλήνων  (400) αποβιβάσθηκε στη Φλόριδα το 1768 ιδρύοντας την αποικία Νέα Σμύρνη. Οι απόγονοι αυτής της ομάδας έχουν χάσει κάθε αίσθημα Ελληνικής καταγωγής και τα ίχνη τους έχουν χαθεί από τα μέσα του 18ου αιώνα.

Το πρώτο ελληνικό παροικιακό σχολείο ιδρύθηκε το 1908 στο Σικάγο.

Το 1940  λειτουργούν 800  σχολεία

Σήμερα περίπου 400

68 πανεπιστήμια διδάσκουν την Ελληνική γλώσσα.

ΚΑΝΑΔΑΣ: το 1592 ο Γιάννης Φωκάς Έλληνας ναυτικός από την Κεφαλλονιά εξερεύνησε την ακτή της Βρετανικής Κολομβίας ενώ βρισκόταν στην υπηρεσία του Ισπανικού θρόνου. Από το ναυτικό αυτό πήραν το όνομά τους τα στενά ανάμεσα στο  Βανκούβερ και την Ουάσιγκτον.

Έλληνας συνόδευε το Γάλλο εξερευνητή Champlain στην περιοχή του Κεμπέκ το 1628 ως διερμηνέας με τους Ινδιάνους.

Πρώτοι Έλληνες μετά την επανάσταση του 1821. Το 1900  μόνο 190 άτομα.

Λατινική Αμερική: Pedro de Candia συνεργάτης του Φραντσίσκο Πισάρο έπαιξε καίριο ρόλο στην κατάργηση του κράτους των Ίνκας στο Περού. Το 1534 πρώτος δήμαρχος του Κούσκο της ιερής πόλης των Ίνκας πόλη που αδελφοποιήθηκε με την Αθήνα.

Έλληνες έπαιξαν ρόλο 1790-1890 σε ανώτατα αξιώματα στις ένοπλες δυνάμεις χωρών της Αργεντινής, Χιλής, Βενεζουέλας.

Ροδοκανάκης εμπνευστής της αγροτικής μεταρρύθμισης του Μεξικού το 1860.

1880 ιδρύουν την ελληνική κοινότητα Φλωριανούπολης Βραζιλία κάτοικοι από το Καστελόριζο.            

Η ελληνορθόδοξη Αρχιεπισκοπή της Αμερικής, η οποία υπάγεται πνευματικά στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης είναι συνώνυμη με την ελληνορθόδοξη παρουσία στις ΗΠΑ. Ο πρώτος ναός ανεγέρθηκε το 1864 στη Νέα Ορλεάνη, και ο δεύτερος το 1896 και το 1891 στη Νέα Υόρκη και στη συνέχεια το  θεμελιώδες οικοδόμημα της Αρχιεπισκοπής είναι η Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού, που ιδρύθηκε το 1937 και από το 1947 βρίσκεται στο Μπρουκλάιν της Μασαχουσέτης.

            Την μεταπολεμική περίοδο η εκκλησία αντιμετώπισε μια τάση αμερικανοποίησης, συνεχίζει να αυξάνεται με το πέρασμα κάθε δεκαετίας που αντανακλάται στην αυξανόμενη χρήση της αγγλικής στη θεία λειτουργία, καθώς το 1964 το Κληρολαϊκό Κογκρέσο επέτρεψε την ανάγνωση κάποιων ιερών κειμένων, ψαλμών και προσευχών στην αγγλική γλώσσα. Η πολιτική της εκκλησίας για "ευέλικτη χρήση των δύο γλωσσών", ένας συνδυασμός αγγλικών και ελληνικών, που εξαρτιόταν από τις γλωσσικές ικανότητες του ιερέα, έμοιαζε να εφαρμόζεται με όση επιτυχία θα μπορούσε να αναμένει κανείς.

            Η μελέτη των πρόσφατων εξελίξεων της ιστορίας της εκκλησίας στην Αμερική θα μπορούσε να γίνει συγκρίνοντας τη παλαιότερη γενιά μεταναστών, οι οποίοι ανήγειραν τους ναούς, με τη μετέπειτα γενιά που τους κληρονόμησαν. Το κίνητρο της μεταπολεμικής γενιάς ιδρυτών ήταν η επιθυμία επιβολής της ελληνορθόδοξης παρουσίας σ' ένα ξένο, σχεδόν εχθρικό περιβάλλον. Ωστόσο, οι κληρονόμοι τους δεν ταύτιζαν την επιτυχία της ελληνορθόδοξης παροικίας με την ανέγερση περισσότερων ναών και κοινοτικών αιθουσών και ένιωθαν λιγότερο τη συναισθηματική ανάγκη να εξωτερικεύσουν  τη θρησκευτικής τους πίστη, κλίνοντας προς την εσωτερική ορθοδοξία. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 αναφέρεται ότι υπήρχαν στις ΗΠΑ 400 ναοί και 310 ελληνικές κοινότητες , με σημείο αναφοράς την ορθόδοξη Εκκλησία ,στα διοικητικά συμβούλια των οποίων μετέχουν κυρίως μικροί ανεξάρτητοι επιχειρηματίες(ΕΞΠΡΕΣ της 24/5/1998)

Εξετάζοντας την περίπτωση της Λατινικής Αμερικής, κυρίαρχη επίσης μορφή οργάνωσης είναι οργάνωση σε κοινότητες συνδεμένες με την εκκλησία κυρίως με τον τρόπο που τυπολογικά παρατηρείται στον  κοινοτικό τύπο της κοινότητας –ενορίας. Από τις υπάρχουσες κοινότητες οι περισσότερες εντοπίζονται στην Αργεντινή (13) και στη Βραζιλία (11), οι οποίες έχουν συνενωθεί σε δεύτερη βαθμίδα σε ομοσπονδίες τα τελευταία χρόνια, με κατάληξη την ίδρυση της ελληνορθόδοξης Ένωσης Ελληνορθόδοξων Κοινοτήτων και Οργανώσεων Κεντρικής και Νοτίου Αμερικής το 1993 με έδρα ως σήμερα την Ελληνική κοινότητα του Μοντεβιδέο.  

Β)Αυστραλία

Αυτόχθονες Αυστραλοί με  ιστορία 60.000 χρόνων. Πριν την εγκατάσταση Ευρωπαίων υπήρχαν 600 φυλές μιλώντας  250 γλώσσες.

1606 το πρώτο ευρωπαϊκό πλοίο, Ολλανδικό.

1770 ο κάπταιν  Κουκ υπηρετώντας το Βρετανικό στέμμα.

1802 ο πρώτος Έλληνας (δεν στοιχειοθετείτε )  Δαμιανός Γκίκας κατάδικος. Υδραίος καπετάνιος. Πειρατής.

1828 επτά νεαροί ναυτικοί από την Ύδρα κατάδικοι από την αγγλική δικαιοσύνη.

Πρώτος Έλληνας μετανάστης  ο Τζων Πήτερς 1838.

1880 482 άτομα  από Ιθάκη, Κύθηρα , Καστελόριζο.

Η έναρξη της ελληνικής εγκατάστασης στην Αυστραλία τοποθετείται στα τελευταία χρόνια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Στα χρυσωρυχεία του Χιλ εντ της Νέας Νότιας Ουαλίας θα δημιουργηθεί, στη δεκαετία του 1860,  από τους μετανάστες και τις οικογένειες τους το πρώτο Ελληνικό χωριό. Ο Σαμουήλ Αντωνάτος από την Κεφαλλονιά και ο Τζον Πήτερς (δεν είναι γνωστό το ελληνικό του όνομα) από την Σάμο φέρονται ως οι πρώτοι εκούσιοι μετανάστες (Σίνδεϋ 1837 και 1838). Την φάση της περιπλάνησης διαδέχτηκε η μόνιμη εγκατάσταση  και η βάση της οργανωμένης παροικιακής ζωής, καθώς γίνεται εμφανής η ανάγκη να θεσμοθετηθεί η εθνοπολιτιμική ταυτότητα. Την ίδρυση ορθόδοξων εκκλησιών δεν επέβαλλαν μόνο θρησκευτικοί αλλά και νομικοί λόγοι διότι το ελληνικό κράτος αναγνώριζε μόνο όσους γάμους τελούνταν από ορθόδοξους ιερείς.   

            Η μακρόχρονη όμως διαμάχη μεταξύ του κοινοτικού και του εκκλησιαστικού παράγοντα άφησε αποίμαντη και ακέφαλη, διασκορπισμένη και απομονωμένη παρέμεινε την παροικία των Ελλήνων της Αυστραλίας στη διάρκεια των πρώτων πενήντα χρόνων από την εμφάνιση  των πρωτοπόρων  μεταναστών στη μακρινή αυτή ήπειρο. Η φροντίδα του επίσημου ελληνικού κράτους και της ορθόδοξης εκκλησίας εκδηλώθηκε πολλές δεκαετίες αργότερα το (1892). Η εκκλησία της Ελλάδας διατήρησε την εξουσία της στην Αυστραλία μέχρι και το 1923 όταν ο Οικουμενικός Πατριάρχης, ανησυχώντας από την εκκλησιαστική αταξία που επικρατούσε στις ΗΠΑ κατάργησε το Συνοδικό Πατριαρχικό Τόμο του 1908, που αποδεχόταν την πνευματική δικαιοδοσία της Εκκλησίας της Ελλάδος και έθεσε όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες της Διασποράς υπό την εξάρτησή του.

Γ)  Νότιος  Αφρική

            Η ορθοδοξία έπαιξε πρωταρχικό ρόλο στην εθνική και κοινωνική ζωή του ελληνισμού στη Ν. Αφρική. Για πολλά χρόνια οι εκπρόσωποι της ελληνικής ομογένειας της Ν. Αφρικής αιτούσαν από τις ελληνορθόδοξες αρχές το διορισμό ανώτερων κληρικών στη χώρα.

Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας  ανταποκρίθηκε στο αίτημα τους και το 1929 ο Ισίδωρος Γεωργιάδης χειροτονήθηκε πρώτος Αρχιεπίσκοπος του Τρανσβάαλ, με έδρα το Γιοχάνεσμπουργκ. Η πρώτη ελληνική ορθόδοξη εκκλησία χτίστηκε στο Κειπ Τάουν το 1903 (Άγιος Γεώργιος) και η δεύτερη στο Γιοχάνεσμπουργκ το 1913 (Αγίου Κων/νου και Ελένης). Τα θρησκευτικά αισθήματα του ελληνικού πληθυσμού της Νότιας Αφρικής έφτασαν στο απόγειό τους το 1972, με την επίσκεψη του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Νικολάου Δ', στον οποίο η ομογένεια επιφύλαξε θερμότατη υποδοχή και φιλοξενία. Όλες οι ελληνικές κοινότητες έχουν σήμερα την ορθόδοξη εκκλησία τους. Υπάρχουν σήμερα δύο μητροπόλεις στη Ν. Αφρική : Ιωαννουπόλεως με έδρα το Γιοχάνεσμπουργκ και Καλής Ελπίδος με έδρα το Κέιπ Τάουν. Αρκετές εμπειρικές κοινωνιολογικές έρευνες έχουν  τεκμηριώσει  ότι οι νέοι ομογενείς που έχουν γεννηθεί  στη Ν. Αφρική, θεωρούν την ελληνορθόδοξη Εκκλησία σημαντικό κοινωνικό και εθνικό θεσμό για την ελληνική Διασπορά. Η επίσκεψη του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Παρθένιου στη Ν. Αφρική το 1989 παγίωσε τις ορθόδοξες  πεποιθήσεις και την ορθόδοξη ιδεολογία, ιδιαίτερα των νέων που έσπευσαν να τον υποδεχτούν. Πραγματικά, η Ελληνορθόδοξη εκκλησία στη Νότια Αφρική αποτελεί το προπύργιο ενάντια στην αφομοίωση και τις τάσεις απορρόφησης από την κοινωνία υποδοχής και ένας θεσμός μεγάλης ιστορικής σημασίας για τη διατήρηση του ελληνισμού της Διασποράς.

 

 

 

Δ)  Ρωσία

Η παρουσία ελληνικών κοινοτήτων στη Ρωσία είναι συνεχής από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Οι αρχαίοι Έλληνες ίδρυσαν αποικίες στις ακτές της Ιβηρίας, στη σημερινή Γεωργία, στην Αζοφική θάλασσα και στις ακτές της Νότιας Ουκρανίας. Η βαθιά θρησκευτικότητα των Ελλήνων στην Ρωσία περιγράφει ο Ρώσος περιηγητής Σ. Βάσικωφ στο Βιβλίο του «Τύποι και Χαρακτήρες» που εκδόθηκε στην Αγία Πετρούπολη το 1908 γράφει:

«Πρέπει να επισημάνουμε τις στενές σχέσεις των Ελλήνων με τη θρησκεία. Ο Έλληνας ιερεύς βρίσκεται εντελώς στον αντίποδα του Ρώσου ιερέα. Όσο ο Ρώσος ιερεύς προβάλλει τον εαυτό του, τόσο ο Έλληνας ιερεύς είναι απλός. Τα ενδιαφέροντα των πιστών είναι και δικά του ενδιαφέροντα και τα μοιράζεται ισότιμα. Ορώσος ιερεύς τα κάνει όλα μόνος του. Δεν έχει σχέση με τους πιστούς αλλά μόνο με τους στρατιωτικούς διοικητές και με τον ψάλτη. Ο Έλληνας ιερεύς είναι δημοκρατικός. Όταν ήμουν στη Κράσνα Πολιάνα (ελληνικό χωριό κοντά στο Σότσι της Ν. Ρωσίας) έβλεπα τον Έλληνα ιέρεα να συναναστρέφεται το λαό διατηρώντας την αξιοπρέπεια του.»

   Η ρωσική πολιτική σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας ευνόησε τους χριστιανούς πρόσφυγες να διατηρήσουν τη γλώσσα και τη θρησκεία τους, ενώ τα διατάγματα των Τσάρων τους παραχωρούσαν ειδικά προνόμια, φοροαπαλλαγές κ.λ.π. Οι Ρώσοι, ενώ πίεζαν, με τη νικηφόρα προέλασή τους προς το νότο, τους μουσουλμανικούς λαούς της περιοχής, ενθάρρυναν, από την άλλη, τους χριστιανικούς εποικισμούς στις νέες τους κτήσεις. Είναι, ωστόσο, αξιοσημείωτο το γεγονός ότι από τα μέσα κιόλας και κυρίως από τα τέλη του 19ου αι., σε μία εποχή δηλαδή έντονων εκρωσιστικών πιέσεων εκ μέρους των τοπικών διοικητικών και εκκλησιαστικών αρχών, οι μικρές εκείνες κοινότητες κατάφεραν να αντιδράσουν αποτελεσματικά, περιορίζοντας την επιβολή της ρωσικής γλώσσας, στα σχολεία τους εξουδετερώνοντας τις παρεμβάσεις της ρωσικής ιεραρχίας στην εκκλησιαστική τους ζωή, οικοδομώντας δικούς τους κοινοτικούς ναούς, με Έλληνες εφημέριους που  αποστέλλονταν ειδικά για τις θρησκευτικές τους ανάγκες και με τη συμπαράσταση του Οικουμενικού Πατριαρχείου  από τις ελληνορθόδοξες μητροπόλεις του Πόντου. Από τον παρακάτω πίνακα φαίνεται η θρησκευτική σύνθεση του ελληνισμού του Πόντου κατά το 1914.  

Ορθόδοξοι Έλληνες

696.495

Μουσουλμάνοι Έλληνες

190.000

Κρυπτοχριστιανοί

43.000

              ΣΥΝΟΛΟ

929.495

Αν σ’ αυτούς προσθέσουμε και τον ελληνικό πληθυσμό της Ρωσίας, ο οποίος την ίδια περίοδο ανερχόταν σε 650.000, τότε ο συνολικός ελληνισμός του Πόντου και της Κριμαίας ανέρχεται στο 1.579.000, ενώ ο συνολικός ελληνικός χριστιανικός πληθυσμός της Μ.Ασίας και της Ανατολικής Θράκης ήταν 2.500.000

Η πνευματική τροφός του ελληνισμού της Ρωσίας ήταν η Μητρόπολη Τραπεζούντας. Ο αγώνας για απόκρουση των πανσλαυιστικών τάσεων της τσαρικής διακυβέρνησης εκφράστηκε με την παρέμβαση του "Κεντρικού Συμβουλίου" των Ελλήνων της Ρωσίας, το Σεπτέμβριο του 1917, στην Ιερά Σύνοδο της Ρωσίας. Κατάφερε να κερδίσει την εκκλησιαστική αυτονομία των περιοχών Καρς και Ατταλείας. Σε όλες τις πλούσιες ελληνικές κοινότητες υπήρχαν ιδιόκτητες μεγαλοπρεπείς εκκλησίες. Ακόμη και στη μακρινή Αγία Πετρούπολη υπήρχε μεγάλος ελληνικός ναός, ο οποίος κατεδαφίστηκε το 1952.Η εκκλησία της Αγίας Τριάδας στην Οδησσό παρέμεινε γι όλη την περίοδο που προηγήθηκε της Σοβιετικής Επανάστασης του 1917 η μοναδική ελληνική εκκλησία της Οδησσού. Αναφέρεται ως εκκλησία των Φιλικών.       Η επικράτηση των μπολσεβίκων οδήγησε την κρατικοποίηση των περισσοτέρων εκκλησιών, στην οριστική αλλαγή της χρήσης τους μετά το 1932. Η πλειοψηφία των Ελλήνων ιερέων της Σοβιετικής Ένωσης εκτελέστηκε την δεκαετία του '30. Ο ελληνισμός εκτοπίστηκε σε μεγάλο ποσοστό στα ρωσοκινέζικα σύνορα, στις στέπες της Κεντρικής Ασίας. Δημιούργησε παράνομες εκκλησίες. Η οδύσσεια αυτή έμελλε να συνεχιστεί για τους Έλληνες που, για ποικίλους λόγους, παρέμειναν στην άλλοτε ρωσική επικράτεια με πολλές περιπέτειες. Παρά τις αντιξοότητες και τον ασφυκτικό κρατικό συγκεντρωτισμό του σοβιετικού συστήματος, οι Έλληνες της Σοβιετικής Ένωσης διατήρησαν την εθνική τους ιδιαιτερότητα και την κοινοτική τους αλληλεγγύη δείχνοντας  αξιοσημείωτα δείγματα βιολογικής ανθεκτικότητας και ιδεολογικής εμμονής στην θρησκευτικότητά τους και στην εκκλησιαστικότητά τους.

  

Ε)  Ευρώπη

Στην Ευρώπη διαμένει σήμερα το 1/3 της ελληνικής Διασποράς . Πρόκειται για περίπου 1.000.000 άτομα που καλύπτουν το συνολικό φάσμα των υποομάδων της ελληνικής διασποράς, με κύριες ,σχετικά ομοειδείς κατηγορίες:

  • Άτομα ελληνικής καταγωγής στην περιοχή της Αζοφικής, με ρίζες στον αρχαίο ελληνικό αποικισμό
  • Ιστορικές μειονότητες στην Αλβανία, την Τουρκία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες
  • Ελληνόφωνοι στη ν. Ιταλία
  • Πρόσφυγες στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες από τον Ελληνικό Εμφύλιο πόλεμο της περιόδου 1946-1949
  • Σύγχρονη Διασπορά της μεταπολεμικής περιόδου στις χώρες της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης
  • Προμεταπτυχιακοί και μεταπτυχιακοί φοιτητές σε όλες τις χώρες και κυρίως στην Ιταλία, στη Μ. Βρετανία στη Γερμανία και στη Γαλλία
  • Έλληνες στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι , μετά την ένταξη της Ελλάδας σ’ αυτή, δεν θεωρούνται πλέον αλλοδαποί.

Παρά το μεγάλο αριθμό οι ομογενειακές οργανώσεις (κοινοτικές, εθνοτοπικές, επιστημονικές) της Ευρώπης, ακόμη και της Ομοσπονδιακής Γερμανίας,  δεν κατάφεραν να αποκτήσουν ούτε τη δομή ούτε την ισχύ των ανάλογων ενώσεων των υπερπόντιων παροικιών. Αυτό οφείλεται στην αντίληψη για τον «προσωρινό» χαρακτήρα της διαμονής των Ελλήνων στις δυτικοευρωπαϊκές χώρες αλλά και η σχετικά μικρή απόσταση από τη γενέτειρα. Πάντως το έργο των ομογενειακών κοινοτήτων της δυτικής Ευρώπης είναι επίσης αξιόλογο, προπάντων σε τομείς που αφορούν τη διάσωση της ελληνικής πολιτισμικής παράδοσης και της Ορθοδοξίας. Οι κοινοτικές –λαϊκές και εκκλησιαστικές οργανώσεις διαχωρίστηκαν ευθύς σε ανεξάρτητους αλλά συνεργαζόμενους και όχι ανταγωνιζόμενους φορείς. 

Αντίθετα στο Παρίσι ο ρόλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη διατήρηση της εθνικής ταυτότητας στο πλαίσιο της γαλλικής κοινότητας είναι πολύ σημαντικός.  Στο Παρίσι βρίσκεται η έδρα της Ιεράς Μητροπόλεως Γαλλίας και Εξαρχίας πάσης Ιβηρίας και είναι οργανωμένη σε ενορίες. Μέσα από τις ενορίες η Εκκλησία προσπαθεί να υπερασπιστεί την εθνική ταυτότητα , να διατηρήσει τις πολιτισμικές αξίες της Ορθοδοξίας και να συσφίξει τις σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της ελληνικής παροικίας  όμως αυτές οι προσπάθειες γίνονται σε ένα πλαίσιο νοοτροπίας της αδιαφορίας και αφομοίωσης από τη γαλλική κοινωνία.

 

Μοντέλα κοινοτικής οργάνωσης της ελληνικής Διασποράς

 

Οι καταγεγραμμένες οργανώσεις παγκόσμια είναι περίπου 2877. Διακρίνονται σε 952 κοινοτικές, 974 εθνικοτοπικές και 951 διάφορους άλλους συλλόγους.

Επίσης υπάρχουν 38 ομοσπονδίες κοινοτήτων και 50 ομοσπονδίες  εθνικοτοπικών οργανώσεων.

Τα μοντέλα που προαναφέραμε παρέχουν διάφορες μορφές απόλυτου ή σχετικού ελέγχου στη διοίκησή τους από την εκκλησιαστική αρχή στην οποία υπάγονται.

Αποτέλεσμα της επιρροής των κατά τόπους Εκκλησιών του Οικουμενικού Πατριαρχείου ήταν ο μεγάλος όγκος  των κοινοτήτων να καθορίζεται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο σε πολλά σημεία από την εκκλησιαστική ιεραρχία, σε αντίθεση με το σχετικά μικρό τμήμα των ανεξάρτητων από την Εκκλησία κοινοτήτων της Αυστραλίας ή του Καναδά, που απαρτίζεται κυρίως από τις μεγαλύτερες και σχετικά αρχαιότερες κοινότητες. Τον κανόνα αυτό δεν ακολούθησαν οι κοινότητες του χώρου της Ευρώπης, όπου, με εξαίρεση τη Μεγάλη Βρετανία υπερίσχυσε η αρχή οργάνωσης σε αμιγώς λαϊκές ανεξάρτητες κοινότητες, οι οποίες εκτός αυτού διακρίνονται για τη γενικευμένη και έντονη πολιτικοποίησή τους, φαινόμενο που έχει συνδεθεί με την ιδιοσυστασία του ανθρώπινου δυναμικού που μετανάστευσε εκεί συγκριτικά αργότερα, κατά τη δεκαετία του 1969 το οποίο λόγω ευνοϊκών συνθηκών διατήρησε έντονους πολιτικούς δεσμούς με τα ελληνικά πολιτικά κόμματα.

Υπό τις επιδράσεις των τοπικών Εκκλησιών του Οικουμενικού Πατριαρχείου μπορούμε να διακρίνουμε τυπολογικά τρία κύρια σχήματα κοινοτικής οργάνωσης με κριτήρια τις σχέσεις των κοινοτήτων με την Εκκλησία και την κατανομή των ρόλων στη διοίκησή τους ανάμεσα στους εκκλησιαστικούς και λαϊκούς παράγοντες.

Τα μοντέλα αυτά είναι :

α) της ενοριακής κοινότητας, υπό την αιγίδα της Εκκλησίας, στην οποία η Εκκλησία διατηρεί τον απόλυτο έλεγχο.

β) της κοινότητας – ενορίας, όπου υπάρχει σχετική αυτονομία από την Εκκλησία και

γ) της εθνικής κοινότητας ή απλώς κοινότητας, στην οποία υπάρχει πλήρης ανεξαρτησία από την Εκκλησία – σχήμα που χαρακτηρίζει τον μεγάλο όγκο των κοινοτήτων στη Δυτική Ευρώπη, με εξαίρεση τη Μ. Βρετανία.

Σήμερα το Οικουμενικό Πατριαρχείο, λειτουργώντας ως ίδρυμα τουρκικού δικαίου, υπόκειται στην εξουσιαστική δικαιοδοσία των τοπικών αρχών της Κωνσταντινούπολης και υφίσταται διάφορους περιοριστικούς όρους και κρατικούς διοικητικούς ελέγχους στη λειτουργία του, αλλά έχει νευραλγική θέση και ρόλο στην ορθόδοξη Ελληνική Διασπορά. Άλλωστε, πέραν της καθαυτό οργανωτικής και πνευματικής του επιρροής στη ζωή της ομογένειας, οι Εκκλησίες ανά τον κόσμο των επαρχιών του προσέφεραν εκπαιδευτικό, πολιτιστικό και κοινωνικό έργο.

 ποιος είναι Έλληνας; 

"…….. δεν ομοιάζουσι τας παλαιάς ελληνικάς αποικίας, καθώς και όλαι αι σχέσεις των είναι διάφοροι. Εκείνοι, όπου αν απώκουν, διετήρουν τον ελληνικό χαρακτήρα, την γλώσσαν και τα ήθη των, και τα μετέδιδαν και εις τους γείτονάς των λαούς. Ουτοι δε, μετά την πρώτην γενεάν, ερρωσίσθησαν, εγερμανίσθησαν, ιταλίσθησαν …." Η ιστορία του ελληνικού λαού, ανεξάρτητα από τον τρόπο χάραξης των εθνικών συνόρων, θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μέρος μιας ενιαίας οντότητας.

Το ερώτημα ποιος είναι Έλληνας εμπλέκεται στη μελέτη της διασποράς αλλά η απάντηση δεν είναι τόσο απλή όσο εμφανίζεται αφού για τον ορισμό της ταυτότητας απαιτούνται διάφορα εννοιολογικά διακριτά κριτήρια , όπως η καταγωγή, η γλώσσα, η θρησκεία, και οι πολιτιστικές παραδόσεις , τα οποία έχουν ιδιαίτερες συνιστώσες στην ελληνική περίπτωση, γεγονός που καθιστά αναγκαία την προσεκτική εκτίμηση αναλυτικών και εννοιολογικών ζητημάτων που υπαινίσσονται, σε συνδυασμό με τη γνώση συγκεκριμένων ιστορικών περιστάσεων.

Στην περίπτωση της ελληνικής διασποράς, ως προς τον ορισμό της ταυτότητας λειτουργεί ένα σύμπλεγμα παραγόντων, οι οποίοι σχετίζονται με τις συνιστώσες που έχουν δημιουργηθεί στη χώρα καταγωγής αλλά και στις συνθήκες της κοινωνίας υποδοχής.

Συνεπώς, η αναφορά στο ερώτημα «ποιος είναι Έλληνας;» τείνει να παραπέμπει στις έννοιες του αρχέγονου, σε δεσμούς που βασίζονται στην έννοια του κοινού αίματος και στη σημασία της θρησκείας, της κοινής γλώσσας, του πολιτισμού και της παράδοσης. Τελικά η λύση για την κατανόηση του «μυστηρίου της ελληνικότητας» πρέπει να βρίσκεται στην ουσιαστική ρευστή και εύκαμπτη ποιότητά του. Συνεπώς, όπως σε πολλές πτυχές της ελληνικής κοινωνικής ζωής, αυτό που περικλείεται στην ελληνική ταυτότητα υπόκειται σε διαπραγμάτευση, ακόμη και σε περιπαιχτική ασυνέπεια. Οι Έλληνες όμως συνδέονται άρρηκτα και περήφανα με την αίσθηση της ταυτότητας τους.

 

Η Ελλάδα προσφέρεται ως χαρακτηριστικό παράδειγμα σύνθεσης και αλληλεπίδρασης. Μάλιστα ο Adam Smith δηλώνει με σαφήνεια «η επακόλουθη ιστορία του ελληνικού κράτους μετά το 1833, μπορεί να κατανοηθεί ως μία σύγκριση των δύο ιδεωδών αρχετύπων του έθνους, δηλαδή του εδαφικού και του εθνικού, καθώς και των δύο προτύπων της εθνικής ενσωμάτωσης , δηλαδή της αστικής και εκείνης που συνδυάζει τη γενεαλογική με τη θρησκευτική προσέγγιση» …

 

Παροικίες…κοινότητες….ενορίες…..Οικουμενικό Πατριαρχείο

 Ανακεφαλαιώνοντας λοιπόν: Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ασκώντας πνευματικό έργο στις τάξεις του Ελληνισμού της Διασποράς, έχει συμβάλει ποικιλοτρόπως στη διαμόρφωση της ταυτότητας της ομογένειας  και αναπτύχθηκε ως επί το πλείστον με επίκεντρο τους ναούς επιτρέποντας στις τοπικές μητροπόλεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου να διαμορφώσουν και να εφαρμόσουν ομοιόμορφους κανονισμούς λειτουργίας στις κοινότητες, ταυτίζοντας την έννοια της κοινοτικής με την ενοριακή οργάνωση. Η Ελληνική Διασπορά έχει πρωταρχικό μέλημα την οργάνωση της κοινότητας. Η λειτουργία της στην κοινωνικοποίηση της νεολαίας της διασποράς αποτελεί προφανή έκφραση της προσήλωσης και της δραστηριοποίησης, με στόχο τη συνέχεια και τη διατήρηση της ταυτότητας.

Η ορθοδοξία συνέβαλε τα μέγιστα στη διατήρηση της ελληνικής εθνικής ταυτότητας και στην αφύπνιση του ελληνισμού κατά την τουρκοκρατία. Σήμερα συνεχίζει την προσφορά της στις νέες συνθήκες, με τον Ελληνισμό της Διασποράς να υπάγεται θρησκευτικώς στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, του οποίου αποτελεί και το βασικό «ποίμνιο». Από τη θεσμική σχέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και του τουρκικού κράτους επηρεάζεται, ιδίως στον τομέα της κοινής και ενεργής προώθησης θεμάτων ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, η συμπεριφορά της ελληνορθόδοξης Εκκλησίας στο εξωτερικό και η σχέση της με τον Ελληνισμό της Διασποράς.

 

Σημείωση πρώτη: Αν και παραδοσιακά η Ελλάδα ήταν χώρα εξαγωγής μεταναστών, αφού μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού της εκπατρίστηκε, την τελευταία δεκαετία έχει σημειωθεί μια ιστορική ανατροπή για τα δεδομένα  της σύγχρονης ιστορίας της Ελλάδας , δηλαδή μία αθρόα μετανάστευση όχι από αλλά προς τη χώρα. 

 

  Σημείωση δεύτερη:  Αν και  αυξημένο τα τελευταία χρόνια το ενδιαφέρον για την ιστορία της ελληνικής διασποράς, διαπιστώνεται και προβληματίζει το γεγονός ότι δεν υπάρχει ερευνητικό κέντρο ή βιβλιοθήκη ή μουσείο με αντικείμενο τη συνολική μελέτη της ελληνικής διασποράς . Αναμφισβήτητα, έχει φτάσει η ώρα δημιουργίας ενός τέτοιου  θεσμού, ο οποίος θα επικεντρώνεται στη συναρπαστική ιστορία της ελληνικής διασποράς.

 

Νικόλαος  Τζανάκος



[1] Για την τυπολογία της Διασποράς και τις σχέσεις της με το εθνικό φαινόμενο : J.A.Armstrong "Mobilized and Proletarioan Diaspora", The American Political  Science Review, 70 (1976), 393-408

[2] Παλ. Διαθ., Δευτ. 28,25 και έση διασπορά εν ταις βασιλείαις της γης, Καιν. Διαθ. Ιω. 7,35 και μη εις την διασποράν των ελλήνων μέλλει πορεύεσθαι  και διδάσκειν τους Έλληνας : Δ. Δημητράκος, Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, τομ. 3, Αθήνα 1937, 6. 1940

[3] Δ.Σ. Βυζαντίου, Λεξικόν ελληνικής γλώσσης, Αθήνα 1889

[4] M.Blickhorn και Θ. Βερέμη, Modern Greece : Nationalism and Nationality (Σύγχρονη Ελλάδα : Εθνικισμός και Εθνικότητα), Αθήνα - 1990

[5] D.J. Genakaopoulow, "The Diaspora Greeks. The Genesiw of Modern Greek National Conciousness, στο Hellenism and the first Greek War of Liberation, 1821-1830, Θεσσαλονίκη 1976, 6-59-77

[6]Δ. Ζακυνθινού, Η Τουρκοκρατία, Αθήνα 1957, σ.28

[7] Γ. Κοντογιώργη ,Οι ελληνικές κοινότητες κατά την Τουρκοκρατία, στο βιβλίο θέματα Νεότερης και σύγχρονης Ιστορίας από τις πηγές , Β΄ τεύχος, Γ΄ Λυκείου, Αθήνα 1984, σ. 137

 

[9] Βακαλόπουλος Α., ιστορία, τομ. 3, 6 183-185

[10] Παπαγεωργίου, "Συμβολή", 6. 297-298

[11] Τωμαδάκη, "Ναοί και θεσμοί", 6.86-88

[12] Βαρνάβας Τζωρτζάτος, 1977, σελ. 10-11

 
© Copyright 2013 - 2017 Nικόλαος Τζανάκος - Υποψήφιος Δήμαρχος Δήμου Πατρέων